Είναι το σύνορο, κάποιο γεφύρι και κοντά στην εκκλησιά του άγιου Διονύση, στο σταθμό της Λαρίσης, κι από κει και πέρα απλώνεται διάπλατα ο συνοικισμός της Δραπετσώνας, παράγκες μικρές, μικρούλικες, καλύβια αληθινά στοιβαγμένα το ένα πάνω στ’ άλλο, στενόχωρα πολύ, λες και βρίσκονται σ’ έναν διαρκή πόλεμο, σε μια προσπάθεια απεγνωσμένη να κερδίση το καθένα απ’ αυτά λίγον τόπο απ’ το διπλανό του, να ξεμακρύνη λίγο τα τόσο στενά του όρια.
Άλλα άσπρα, άλλα κόκκινα, άλλα μαβιά χιλιοπλούμιστα, και κάπου-κάπου δυο-τρία σ’ όλο το συνοικισμό δίπατα, παράγκες κι αυτές, που ξεμυτίζουν επιβλητικά πάνω απ’ τις άλλες, αληθινοί κυβερνήτες που παρακολουθούν από ψηλά την ζωή στην πόλη τους.
Κι είν’ όλα τούτα φτιαγμένα χωρίς καμιά αρχιτεκτονική, χωρίς κανένα σχέδιο, ριγμένα ακατάστατα πάνω σ’ ένα πλαίσιο που χρόνια πριν ήταν ένας τόπος ξερός και έρημος και που συμμορφώθηκε τώρα κάτω απ’ το βάρος όλων αυτών των μικρών καλυβιών που του ’δωσαν και τη ζωή και την κίνηση και σκορπίστηκαν πάνω σε τούτο το φόντο όλες αυτές οι μικρούλικες παράγκες, απ’ τα ίδια τα χέρια κείνων που τις κατοικούν.

Δεν ήσαν βέβαια όλοι τους χτίστες, μα τι σημασία μπορεί να έχει αυτό, μια και ήσαν μαθημένοι όλοι να χτίζουν κοτέτσια στην πατρίδα τους.
Χτίστηκαν και ξαναχτίστηκαν με τον καιρό ή επιδιορθώθηκαν απλώς, είτε γιατί κάποιος άνεμος βουερός τις σακάτεψε, είτε γιατί κάποιο δυνατό ρεύμα τις συνεπήρε, είτε γιατί ήσαν ανυπόφορα στενές, είτε για χίλιους δυο άλλους λόγους.
Ένας συνοικισμός που η μια ώρα τον βρίσκει πάντα διαφορετικό απ’ την άλλη, και κείνος που θα τον επισκεφθή τον ένα χρόνο θα δυσκολευθή να τον ξαναγνωρίση τον δεύτερο, ένα σύνολο στριμωγμένο μέσα σε πολύ στενά όρια, αυτή είναι η Δραπετσώνα, που άλλοτε τη λένε και Λιπάσματα κι άλλοτε Ποντιακό συνοικισμό.

Δεν ξέρω ποιο απ’ τα τρία αυτά ονόματα θα ’χε τα περισσότερα δικαιώματα της επικρατήσεως, μ’ αν περιορίση κανείς την κρίση του πάνω στα δυο τελευταία –το πρώτο είναι ολότελα άσχετο προς τα πράγματα– θα ’βγαζε πολύ εύκολα το συμπέρασμα, πως θα ’ταν δίκαιο να λέγεται ο συνοικισμός Ποντιακός μονάχα, μια κι είναι όλος σχεδόν ο πληθυσμός πάλιν ποντιακός.
Δεν λείπουν βέβαια άνθρωποι κι’ άλλης προελεύσεως, Σμυρνιοί, Μακεδόνες και ντόπιοι ακόμα σ’ ένα μικρό ποσοστό, εγκατεστημένοι κάτω κει στην βάση του συνοικισμού, κατά τον άγιο Διονύσιο, ενώ ψηλότερα, κει κοντά στο Τσιμεντάδικο, είναι ζήτημα αν αναλογή ένας ξένος σε εκατό Ποντίους.
Κι όλα τα πράγματα δω πάνω είναι ολότελα ποντιακά, κι η ζωή και τα έθιμα και τα ήθη όλα θυμίζουν τον μακρινό, τον αξέχαστό μας Πόντο, που τόσο βαθιά ριζώθηκε στην καρδιά μας.

Είναι σαν μια εικόνα αυθεντική, σαν ζωγραφιά καμωμένη από χέρι μεγάλου ζωγράφου, καθώς τόσο πιστά αντιγράφει το κάθε τι που τόσο χρόνια ήταν τόσο στενά δεμένο με μας, τόσο πολύ κοντά μας. Είναι μια εικόνα του Πόντου με τα χωριά του, τις πολιτείες του, μονάχα αυτά. Λείπουν βέβαια πολλά πράγματα ολότελα ξεχασμένα.
Τα παράπονα, οι μπαχτσέδες, τ’ αξέχαστά μας τα τσαΐρια, κι όμως κάτι που ’δινε και σε κείνα τα μέρη τη ζωή, κάτι που ήταν η ψυχή τους, το είναι τους, οι Πόντιοι, βρίσκονται εδώ ίδιοι, απαράλλαχτοι, και ζουν την ίδια απαράλλαχτη ζωή.
Κάπου σε κάποια γωνιά ξεχωρίζει η Τραπεζούντα, αλλού η Κερασούντα, παρακάτω η Ορδού, η Σινώπη, η Σαμψούντα, και μεις δω κάτω στους πρόποδες λιγώτερες οικογένειες μέσα σε ξένους, Σμυρνιούς, Φωκιανούς, ντόπιους, σαν ξενητεμένοι, που κι εγώ δεν ξέρω ποιά μοίρα μας χώρισε απ’ τους δικούς μας, κι εν τούτοις ούτε μέρα σχεδόν δεν περνά που να μην ξεχωρίζουμε μια-δυο ώρες αργίας για να πεταχτούμε κει πάνω και να περάσουμε κοντά σ’ αυτούς λίγες στιγμές χαρούμενες.

Μαζευόμαστε κάθε βράδυ και νέοι και γέροι, ή στα γραφεία της Ποντιακής Νεολαίας που, φιλόξενα εξαιρετικά, βρίσκουν πάντα τον τρόπο να μας χαρίσουν δυο ωρών ξέγνοιαστη ζωή, ή στα γύρω καφενεδάκια, ένα του Γιάννη, στη γωνιά που δέχεται πιότερο τη νεολαία, κι ένα άλλο αντίκρυ, του Παύλου, όπου μαζεύεται αποκλειστικά η γεροντική ηλικία του Πόντου μας.
Άνθρωποι εβδομηντάρηδες, καμιά φορά και παραπάνω, αμίλητοι, σοβαροί, αντικρίζουν το δράμα μιας καινούργιας ζωής που θεμελιώνουν στην καινούργια τους πατρίδα τα παιδιά και τα εγγόνια τους.

















