Στις 23 Οκτωβρίου 2022, τέσσερις άνδρες με ποντιακές φορεσιές μετέφεραν στους δρόμους του Κιλκίς μια μεγάλη καμπάνα. Ήταν ένα ομοίωμα από φελιζόλ, κατασκευασμένο για την αναπαράσταση της άφιξης ενός από τα πιο εντυπωσιακά προσφυγικά κειμήλια που έφτασαν ποτέ στην Ελλάδα – γιατί η πραγματική καμπάνα του Καρς δεν υπάρχει πλέον.
Εκείνο το επιβλητικό αντικείμενο, βάρους από 3,2 έως 4,2 τόνους, αφού διέσχισε τον Καύκασο, μεταφέρθηκε με τρένο από το Καρς στο Βατούμ, τελικά φορτώθηκε τον Μάρτιο του 1921 στο τελευταίο ελληνικό πλοίο που αναχώρησε από το λιμάνι με πρόσφυγες. Έφτασε στη Θεσσαλονίκη, παρέμεινε για χρόνια εγκαταλειμμένο στο λιμάνι και τελικά κατέληξε στο Κιλκίς, όπου χιλιάδες άνθρωποι το συνόδευσαν σε μια τελετουργική πομπή.
Το 1956 όμως, η καμπάνα τεμαχίστηκε και οδηγήθηκε σε χυτήριο της Θεσσαλονίκης. Από το μέταλλό της κατασκευάστηκαν επτά μικρότερες καμπάνες.
Γιατί άνθρωποι που είχαν διακινδυνεύσει τόσα για να τη σώσουν ή οι απόγονοί τους δέχτηκαν τελικά την καταστροφή της;
Αυτό είναι το ερώτημα που μετατρέπει την ιστορία της καμπάνας του Καρς από μια συγκινητική προσφυγική αφήγηση σε μια σύνθετη ιστορία για τη μνήμη, την ταυτότητα και τα αντικείμενα που δεν κατορθώνουν πάντοτε να βρουν θέση στη νέα τους πατρίδα.
Αφορμή για την επανεξέταση της ιστορίας αποτελεί η μελέτη της ιστορικού και ανθρωπολόγου Κατερίνας Σεραϊδάρη, η οποία δημοσιεύτηκε στον τόμο των πρακτικών του συνεδρίου Πολιτισμός, Μνήμη, Ανώτατη Εκπαίδευση. Η παρουσία και η συμβολή των προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής στην Ελλάδα του 20ού αιώνα. Ο τόμος κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις του ΕΚΠΑ το 2026 και η μελέτη για την καμπάνα καταλαμβάνει τις σελίδες 186-202.
Το Καρς, η «δεύτερη πατρίδα» των Ποντίων
Για να γίνει κατανοητή η ιστορία της καμπάνας, πρέπει πρώτα να εξηγηθεί τι ήταν το Καρς για τους Πόντιους.
Η περιοχή πέρασε στη Ρωσική Αυτοκρατορία με τη Συνθήκη του Βερολίνου, το 1878. Στα χρόνια που ακολούθησαν, χιλιάδες ελληνόφωνοι και τουρκόφωνοι ορθόδοξοι από τον Ανατολικό Πόντο μετακινήθηκαν προς τον ρωσικό Καύκασο. Αναζητούσαν μεγαλύτερη ασφάλεια, καλλιεργήσιμη γη και καλύτερες οικονομικές προοπτικές.
Έτσι δημιουργήθηκαν οι κοινότητες των Ποντοκαυκασίων ή Καρσλήδων: Πόντιοι που εγκαταστάθηκαν στη ρωσική περιφέρεια του Καρς και, μία ή δύο γενιές αργότερα, αναγκάστηκαν να γίνουν ξανά πρόσφυγες.
Στις παραμονές του Α’ Παγκοσμίου λειτουργούσαν στην περιφέρεια δεκάδες ελληνικές κοινότητες, 67 εκκλησίες και 78 σχολεία, σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκεντρώνει η νέα μελέτη.
Η ρωσική κυριαρχία τερματίστηκε το 1918, με τη Συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ. Ακολούθησαν πολεμικές συγκρούσεις και διαδοχικές αλλαγές εξουσίας, μέσα στο χάος που δημιούργησαν η Ρωσική Επανάσταση και ο εμφύλιος πόλεμος. Έως τον Μάρτιο του 1921, σύμφωνα με τη μελέτη, η έξοδος των Ελλήνων από την περιοχή είχε ουσιαστικά ολοκληρωθεί.
Στην επιχείρηση διάσωσης των Ελλήνων του Καυκάσου είχε εμπλακεί και ο Νίκος Καζαντζάκης, ο οποίος το 1919 διορίστηκε στο υπουργείο Περιθάλψεως.
Μια ρωσική καμπάνα στην εκκλησία των Ελλήνων
Οι Έλληνες του Καρς εκκλησιάζονταν στον μητροπολιτικό ναό της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, τον οποίο μοιράζονταν με τους Ρώσους.
Μέχρι το 1917 οι Έλληνες ιερείς λειτουργούσαν σε ξεχωριστή Αγία Τράπεζα, από τις 7 έως τις 9:30 το πρωί, ενώ κατά τις υπόλοιπες ώρες ο ναός βρισκόταν υπό ρωσική διαχείριση. Μετά τη Ρωσική Επανάσταση πέρασε στην αποκλειστική χρήση της ελληνικής κοινότητας.

Η μεγάλη καμπάνα ήταν η βαρύτερη από ένα σύνολο δέκα ή δώδεκα καμπανών – οι πηγές διαφωνούν ως προς τον ακριβή αριθμό.
Είχε ύψος περίπου δύο μέτρα και ήταν κατασκευασμένη από χαλκό και ορείχαλκο. Πάνω της διακρίνονταν ανάγλυφες παραστάσεις της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, της Θεοτόκου με το Θείο Βρέφος και του έφιππου Αγίου Γεωργίου.
Στο κάτω μέρος υπήρχαν δύο σειρές επιγραφών με κυριλλικούς χαρακτήρες.
Ήταν ρωσικής κατασκευής και είχε χυτευθεί πριν από το 1917. Η παράδοση τη θέλει δώρο του τσάρου προς την κοινότητα, αλλά και εδώ οι μαρτυρίες αποκλίνουν: άλλες αναφέρουν τον Αλέξανδρο Γ’ και άλλες τον γιο του, Νικόλαο Β’. Δεν έχει εντοπιστεί μέχρι σήμερα έγγραφο δωρεάς που να λύνει οριστικά το ζήτημα.
Αυτή η αβεβαιότητα είναι σημαντική. Η καμπάνα δεν ήταν ένα αρχαίο ή βυζαντινό ελληνικό κειμήλιο. Ήταν ένα σχετικά νεότερο ρωσικό αντικείμενο, συνδεδεμένο ταυτόχρονα με τους Ρώσους και τους Ρωμιούς του Καρς.
Στο τελευταίο πλοίο από το Βατούμ
Καθώς η ελληνική κοινότητα εγκατέλειπε το Καρς, κληρικοί και λαϊκοί αποφάσισαν να διασώσουν όσα μπορούσαν από τον μητροπολιτικό ναό. Στις σχετικές μαρτυρίες αναφέρονται ο πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Καριπίδης, ο ιερέας Ιωάννης Κακουλίδης και ο Τσαφρακίδης, ενώ σημαντική ήταν η μεσολάβηση του Έλληνα προξένου Κωνστανταράκη.
Μαζί με εικόνες και έναν πολυέλαιο, κατέβασαν τη μεγάλη καμπάνα.
Μεταφέρθηκε σιδηροδρομικώς από το Καρς στο λιμάνι του Βατούμ και τον Μάρτιο του 1921 φορτώθηκε στο τελευταίο ελληνικό πλοίο που αναχώρησε από εκεί με πρόσφυγες και προορισμό τη Θεσσαλονίκη.
Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, το βάρος της έκανε το πλοίο να γείρει. Για να αποκατασταθεί η ισορροπία, χρειάστηκε να μετακινηθεί φορτίο ξυλείας. Κατά τη φόρτωση χάθηκε στη θάλασσα το αρχικό γλωσσίδι της καμπάνας.
Η απώλεια ίσως έμοιαζε τότε δευτερεύουσα μπροστά σε όσα συνέβαιναν. Αργότερα όμως, θα προβαλλόταν ως μία από τις εξηγήσεις για το γεγονός ότι η καμπάνα δεν απέκτησε ποτέ ξανά τον παλιό της ήχο.
Οκτώ χρόνια σιωπής στο λιμάνι
Το πλοίο έφτασε στη Θεσσαλονίκη, αλλά η καμπάνα δεν ακολούθησε αμέσως τους ανθρώπους που την είχαν διασώσει. Έμεινε στο λιμάνι τουλάχιστον μέχρι το 1929.
Για αυτά τα περίπου οκτώ χρόνια δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία. Η τοπική παράδοση αναφέρει ότι βρισκόταν υπό την προστασία των Καρσλήδων της Καλαμαριάς. Η πραγματικότητα των προσφύγων, ωστόσο, ήταν τόσο σκληρή ώστε η τύχη ενός κειμηλίου δύσκολα μπορούσε να αποτελέσει προτεραιότητα.
Οι πρόσφυγες περνούσαν από τα λοιμοκαθαρτήρια και τα απολυμαντήρια του Καραμπουρνακίου. Ο εξανθηματικός τύφος και άλλες ασθένειες προκαλούσαν μαζικούς θανάτους.
Η έρευνα για τα προσφυγικά κειμήλια έχει δείξει ότι εικόνες, λείψανα και εκκλησιαστικά σκεύη λειτουργούσαν συχνά ως υλικοί δεσμοί με τις εγκαταλειμμένες κοινότητες.
Η καμπάνα του Καρς αποτελεί μια ασυνήθιστη περίπτωση: ήταν τόσο ογκώδης ώστε η μεταφορά και η επανένταξή της απαιτούσαν υποδομές που οι πρόσφυγες δεν διέθεταν.
Από την Καλαμαριά στο Κιλκίς
Γύρω στο 1929 η καμπάνα πέρασε, έναντι συμβολικού χρηματικού ποσού, από τους Ποντοκαυκάσιους της Καλαμαριάς στους Ποντοκαυκάσιους του Κιλκίς.
Μεταφέρθηκε με τρένο μέχρι την Κρηστώνα και από εκεί με ειδικά κατασκευασμένο κάρο. Αρχικά τοποθετήθηκε μπροστά στον νεόδμητο μητροπολιτικό ναό της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στο Κιλκίς.
Στις 4 Αυγούστου 1930, το Κοινοτικό Συμβούλιο αποφάσισε να τη μεταφέρει στο λόφο του Αγίου Γεωργίου. Πίστευαν ότι από το ύψωμα ο ήχος της θα έφτανε στους προσφυγικούς οικισμούς σε ακτίνα 20 έως 25 χιλιομέτρων.
Η μεταφορά έγινε στις 23 Νοεμβρίου 1930 και απέκτησε χαρακτήρα δημόσιας τελετής. Τέσσερα ή έξι ζεύγη βοδιών και βουβαλιών –και εδώ οι πηγές διαφέρουν– έσυραν το κάρο. Η πομπή ξεκίνησε περίπου στις 11 το πρωί και ολοκληρώθηκε στις 3 το απόγευμα.
Ο δημοσιογράφος Λάζαρος Φελέκης έγραψε στα Μακεδονικά Νέα ότι περισσότεροι από 5.000 άνθρωποι ανέβηκαν στο λόφο. Εκεί μίλησε ο γυμνασιάρχης Αθανάσιος Τσούντας, εξαίροντας την προσπάθεια των «εκ Ρωσίας Ελλήνων» να διασώσουν τα εκκλησιαστικά τους αντικείμενα.

Η καμπάνα κρεμάστηκε σε προσωρινό ξύλινο κωδωνοστάσιο που κατασκεύασε ο σιδηρουργός Χαράλαμπος Κουραλίδης. Νέο σιδερένιο γλωσσίδι κατασκεύασε ο Αλέξανδρος Τσαβδαρίδης.
Ο Δημήτριος Νικοπολιτίδης διέσωσε τα λόγια της θείας του Ειρήνης, η οποία θυμόταν τη στιγμή της άφιξης:
«Όντες έγκαν το τρανόν το κωδών’ εμπροστά ‘ς σην εγκλασίαν, επήγα, εγκαλάστα ‘το, εφίλεσα ‘το κι έκλαψα».
Όταν έφεραν δηλαδή τη μεγάλη καμπάνα μπροστά στην εκκλησία, πήγε, την αγκάλιασε, τη φίλησε και έκλαψε.
Γιατί ο λόφος του Αγίου Γεωργίου δεν ήταν ένας ουδέτερος τόπος
Η νέα μελέτη προσθέτει εδώ μια ιστορική διάσταση που λείπει από τις περισσότερες αφηγήσεις: η καμπάνα δεν έφτασε σε έναν τόπο χωρίς παρελθόν.
Πριν από τους Βαλκανικούς Πολέμους το Κιλκίς –γνωστό και ως Κούκους ή Κουκούς– είχε σύνθετη σλαβόφωνη, βουλγαρική και χριστιανική πληθυσμιακή ιστορία. Η ελληνική παρουσία ήταν περιορισμένη, ενώ η περιοχή αποτέλεσε πεδίο ανταγωνισμού ανάμεσα στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, τη Βουλγαρική Εξαρχία και την Ουνία.
Η Βουλγαρική Εξαρχία ήταν η αυτοκέφαλη εκκλησιαστική δομή που ιδρύθηκε το 1870 και συνδέθηκε στενά με τη συγκρότηση της βουλγαρικής εθνικής ταυτότητας. Οι Ουνίτες ήταν χριστιανοί ανατολικού τυπικού που είχαν αποδεχθεί την εκκλησιαστική πρωτοκαθεδρία του πάπα, διατηρώντας όμως μεγάλο μέρος της ανατολικής λειτουργικής παράδοσης.

Ο ναός του Αγίου Γεωργίου είχε βρεθεί στο επίκεντρο αυτών των αντιπαραθέσεων. Μετά το 1913 πέρασε στις Αδελφές του Ελέους του Αγίου Βικεντίου και παρέμεινε στην κατοχή τους μέχρι το 1926.
Όταν λοιπόν η καμπάνα του Καρς ανέβηκε στο λόφο το 1930, ο ήχος της μπορούσε να λειτουργήσει και ως δήλωση της νέας ελληνικής και προσφυγικής ταυτότητας της πόλης. Υπήρχε όμως μια παράδοξη λεπτομέρεια: το ίδιο το αντικείμενο που καλούνταν να συμβολίσει αυτή τη νέα πραγματικότητα έφερε ρωσικές, κυριλλικές επιγραφές.
Οι κυριλλικές επιγραφές και η καμπάνα που δεν «ταίριαζε»
Εδώ βρίσκεται η πιο ενδιαφέρουσα υπόθεση της Κατερίνας Σεραϊδάρη. Στη Μακεδονία των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα, η γλώσσα μιας επιγραφής, η εκκλησιαστική δικαιοδοσία ενός ναού και ακόμη και τα γράμματα πάνω σε μια εικόνα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως δηλώσεις εθνικής ταυτότητας.
Η καμπάνα του Καρς όμως ήταν ρωσικής κατασκευής. Έφερε κυριλλική γραφή, είχε συνδεθεί με έναν Ρώσο τσάρο και δεν διέθετε τη βυζαντινή αρχαιότητα ή τη θαυματουργική φήμη άλλων προσφυγικών κειμηλίων, όπως η εικόνα της Παναγίας Σουμελά.
Η μελέτη διατυπώνει την υπόθεση ότι αυτά τα χαρακτηριστικά μπορεί να συνέβαλαν στην αδυναμία της καμπάνας να αναγνωριστεί ως αντικείμενο που έπρεπε να διατηρηθεί και να μουσειοποιηθεί.
Δεν πρόκειται για αποδεδειγμένο κίνητρο. Δεν έχει βρεθεί κάποια απόφαση που να αναφέρει ότι η καμπάνα καταστράφηκε εξαιτίας των κυριλλικών επιγραφών της. Πρόκειται για ερμηνεία η οποία επιχειρεί να εξηγήσει γιατί ένα τόσο σημαντικό και αναγνωρίσιμο κειμήλιο παρέμεινε για χρόνια στο έδαφος και τελικά οδηγήθηκε στο χυτήριο.
Στη δυσκολία αυτή ίσως προστέθηκε και η καχυποψία με την οποία αντιμετωπίστηκαν κατά περιόδους οι Έλληνες του Καυκάσου. Επειδή είχαν ζήσει στη Ρωσία και κάποιοι είχαν έρθει σε επαφή με τα επαναστατικά κινήματα, οι Ποντοκαυκάσιοι χαρακτηρίζονταν συχνά συλλήβδην ως «μπολσεβίκοι». Η γενίκευση αυτή ήταν ένα πολιτικό στερεότυπο και όχι τεκμήριο για τις πεποιθήσεις μιας ολόκληρης προσφυγικής ομάδας.
Η καμπάνα μέσα στις συγκρούσεις της δεκαετίας του 1940
Η καμπάνα παρέμεινε για περίπου μία δεκαετία στο λόφο του Αγίου Γεωργίου. Στη συνέχεια κατέβηκε ξανά στο κέντρο της πόλης και τοποθετήθηκε στον αύλειο χώρο της Μητρόπολης.
Εκεί φωτογραφήθηκε πολλές φορές. Σε μια εικόνα του Φεβρουαρίου του 1945, δύο αντάρτες του 13ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ ποζάρουν μπροστά της, μέσα στα χιόνια. Σε άλλη φωτογραφία, πιθανότατα του 1946, ένας Βρετανός στρατιώτης κάθεται πάνω της.

Οι φωτογραφίες δείχνουν ότι η καμπάνα είχε μετατραπεί σε ένα αναγνωρίσιμο και παράξενο τοπόσημο του Κιλκίς: ένα μνημείο χωρίς βάθρο και χωρίς επίσημη μουσειακή υπόσταση. Η φωτογραφία των ανταρτών σώζεται στο αρχείο του Θανάση Βαφειάδη.
Το 1956 η καμπάνα έγινε επτά καμπάνες
Το 1952 αποφασίστηκε η κατασκευή τριώροφου πέτρινου κωδωνοστασίου. Στο μεταξύ, όμως, η μεγάλη καμπάνα φέρεται να είχε ραγίσει και ο ήχος της δεν ήταν πλέον ο ίδιος.
Οι μαρτυρίες προτείνουν διαφορετικές εξηγήσεις:
• Το ράγισμα είχε καταστρέψει την ηχητική της ποιότητα.
• Το νέο σιδερένιο γλωσσίδι δεν μπορούσε να αντικαταστήσει το αυθεντικό.
• Η καμπάνα είχε σχεδιαστεί ώστε να ηχεί μαζί με ένα σύνολο μικρότερων, ηχητικά κλιμακωμένων καμπανών.
• Το μέγεθός της δεν ταίριαζε στα νέα σχέδια του μητροπολιτικού ναού.
• Υπήρχε η λαϊκή φήμη ότι το κράμα της μπορεί να περιείχε χρυσό – κάτι που δεν επιβεβαιώθηκε όταν έλιωσε.
Το 1956 ο μητροπολίτης Πολυανής και Κιλκισίου Ιωακείμ Σμυρνιώτης αποφάσισε τον τεμαχισμό της. Τα κομμάτια μεταφέρθηκαν σε χυτήριο της Θεσσαλονίκης και από το μέταλλο κατασκευάστηκαν επτά νέες καμπάνες, συνολικού βάρους άνω των 3.450 κιλών.
Κάποιες τοποθετήθηκαν στον μητροπολιτικό ναό της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος και άλλες παραχωρήθηκαν σε ναούς της Μητρόπολης που δεν διέθεταν καμπάνες.
Υπήρξαν αντιδράσεις; Φυσικά. Ο ιεροψάλτης Παρασκευάς Κοτίδης προσφέρθηκε να δωρίσει άλλη καμπάνα, ώστε να σωθεί η μεγάλη, αλλά η πρότασή του δεν έγινε δεκτή. Το 1985 ο Αριστείδης Σιδέρης χαρακτήρισε την καταστροφή της «σφαγιασμό» και υποστήριξε ότι θα μπορούσε από μόνη της να αποτελέσει ξεχωριστή πτέρυγα μουσείου.
Από το χαμένο αντικείμενο στη δημόσια μνήμη
Στις 23 Οκτωβρίου 2022 η Ένωση Ποντίων Νομού Κιλκίς «Οι Αργοναύτες», σε συνεργασία με συλλόγους και φορείς της περιοχής, αναπαρέστησε την υποδοχή της καμπάνας.
Κατασκευάστηκε ομοίωμα από φελιζόλ, βασισμένο σε ζωγραφική αναπαράσταση του Αναστάσιου Αγαθάγγελου, και τέσσερις άνδρες με ποντιακές φορεσιές το μετέφεραν στην πόλη. Μια μεγάλη φωτογραφία του 1947 υπενθύμιζε στο κοινό το αντικείμενο που δεν μπορούσε πλέον να εκτεθεί.
Η ιστορία πέρασε και στις νεότερες γενιές. Το 2023 μαθητές του 2ου Πειραματικού Γυμνασίου και ΓΕΛ Κιλκίς δημιούργησαν τη δεκάλεπτη ταινία τεκμηρίωσης Η καμπάνα του Καρς. Η ταινία απέσπασε το πρώτο βραβείο στην κατηγορία της και συνέχισε να διακρίνεται τα επόμενα χρόνια.
Η προφορική ιστορία του Παναγιώτη Δαμιανίδη από το σύλλογο «Αργοναύτες», η οποία έχει καταγραφεί από το Istorima, αποτελεί μια ακόμη χρήσιμη πηγή για τον τρόπο με τον οποίο η ιστορία της καμπάνας μεταδίδεται σήμερα μέσα στην τοπική κοινωνία.
Μια βιογραφία ανθρώπων, αντικειμένων και πόλεων
Η καμπάνα του Καρς δεν είναι μόνο η ιστορία ενός εντυπωσιακού εκκλησιαστικού αντικειμένου.
Είναι η ιστορία των Ποντίων που μετακινήθηκαν από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στον ρωσικό Καύκασο και από εκεί στην Ελλάδα. Είναι η ιστορία της Θεσσαλονίκης των λοιμοκαθαρτηρίων και του Κιλκίς που ξαναχτίστηκε ως προσφυγούπολη. Είναι επίσης η ιστορία των εθνικών ανταγωνισμών στη Μακεδονία, της πολιτικής καχυποψίας του Μεσοπολέμου και των συγκρούσεων της δεκαετίας του 1940.
Πάνω απ’ όλα, είναι η ιστορία ενός αντικειμένου που σώθηκε, εγκαταλείφθηκε, υιοθετήθηκε, εκτέθηκε, χρησιμοποιήθηκε, απορρίφθηκε, διαλύθηκε και τελικά αναδημιουργήθηκε μέσα από τη μνήμη.
Η νέα μελέτη δεν ακυρώνει τη συγκινητική αφήγηση της διάσωσής του. Την κάνει πιο σύνθετη. Μας καλεί να αναρωτηθούμε όχι μόνο τι παίρνουν μαζί τους οι πρόσφυγες, αλλά και ποια από όσα μεταφέρουν γίνονται αποδεκτά στη νέα πατρίδα. Ποια αντικείμενα αποκτούν θέση σε ναούς και μουσεία – και ποια πρέπει πρώτα να αλλάξουν μορφή για να μπορέσουν να ενσωματωθούν.
| Η διαδρομή της καμπάνας σε ημερομηνίες |
| Χρονολογία | Σταθμός στην ιστορία της |
|---|---|
| 1878 | Το Καρς περνά στη Ρωσική Αυτοκρατορία με τη Συνθήκη του Βερολίνου |
| 1917 | Μετά τη Ρωσική Επανάσταση, ο ναός της Μεταμορφώσεως περνά στην αποκλειστική χρήση των Ελλήνων |
| Μάρτιος 1918 | Η Συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ τερματίζει τη ρωσική κυριαρχία στην περιοχή |
| Μάρτιος 1921 | Η καμπάνα μεταφέρεται από το Καρς στο Βατούμ και από εκεί με πλοίο στη Θεσσαλονίκη |
| 1921-1929 | Παραμένει στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης |
| Περίπου 1929 | Παραχωρείται στους Ποντοκαυκάσιους του Κιλκίς και μεταφέρεται μέσω Κρηστώνας |
| 23 Νοεμβρίου 1930 | Μεγάλη πομπή προς τον λόφο του Αγίου Γεωργίου, με τη συμμετοχή χιλιάδων κατοίκων |
| 1952 | Σχεδιάζεται νέο πέτρινο κωδωνοστάσιο, ενώ η καμπάνα βρίσκεται ξανά στη Μητρόπολη |
| 1956 | Τεμαχίζεται και λιώνει σε χυτήριο της Θεσσαλονίκης· κατασκευάζονται επτά νέες καμπάνες |
| 23 Οκτωβρίου 2022 | Αναπαράσταση της άφιξής της στο Κιλκίς από την Ένωση Ποντίων «Οι Αργοναύτες» |
| Πηγές & βασική βιβλιογραφία |

















