Μετά τον βίαιο εκτοπισμό του ανδρικού πληθυσμού και της νεολαίας από τα Κοτύωρα, η τοπική κοινωνία βρέθηκε αντιμέτωπη με μια πρωτοφανή κρίση επιβίωσης. Σε αυτή την κρίσιμη ιστορική καμπή, οι γυναίκες του Πόντου έδειξαν μια απίστευτη προσαρμοστικότητα, αναλαμβάνοντας άμεσα τα ηνία της καθημερινότητας, σημειώνει ο Ιωακείμ Σαλτσής στην ιστορική μονογραφία του με τίτλο Χρονικά Κοτυώρων, όπου καταγράφει την οδύσσεια των Κοτυωριτών.
Από την πρώτη κιόλας ημέρα, οι γυναίκες βρέθηκαν στις θέσεις των εκτοπισμένων πατεράδων, συζύγων και αδελφών τους. Χωρίς να διστάσουν, μπήκαν δυναμικά στην αγορά εργασίας κάνοντας επαγγέλματα που μέχρι τότε θεωρούνταν αμιγώς ανδρικά.
Έγιναν τσαγκάρηδες, ράφτες, μπακάληδες, καφετζήδες, μικροπωλητές και υφασματοπώλες, εξασφαλίζοντας τα απαραίτητα για την επιβίωση των γυναικοπαίδων. Καθώς οι εισαγωγές εμπορευμάτων από την Κωνσταντινούπολη είχαν διακοπεί, οι Πόντιες αγόραζαν εμπορεύματα από Τούρκους εμπόρους για να τα μεταπωλήσουν, πετυχαίνοντας μια πλήρη ανατροπή των οικονομικών δεδομένων σε βάρος των τοπικών παραγόντων.
Το εντυπωσιακό είναι ότι, παρά τους αιώνες συνύπαρξης με το τουρκικό στοιχείο στον Πόντο, η πλειονότητα των γυναικών στην περιοχή ελάχιστα γνώριζε την τουρκική γλώσσα. Αυτή η περιορισμένη τουρκομάθεια οδηγούσε συχνά σε χαριτωμένα περιστατικά κατά τις καθημερινές συναλλαγές, όπου οι Ελληνίδες πωλήτριες προσπαθούσαν να διαφημίσουν την πραμάτεια τους με ελάχιστες παραφθαρμένες λέξεις.
Ωστόσο, οι υποχρεώσεις τους ήταν τεράστιες και επίπονες. Εκτός από τη συντήρηση των οικογενειών τους, έπρεπε να στέλνουν οικονομική βοήθεια στους εξόριστους άνδρες, αλλά και να αποπληρώνουν στο ακέραιο τους βαρείς φόρους που επέβαλλαν οι αποικιακές και τοπικές Αρχές, χωρίς καμία απολύτως ελάφρυνση.

Μάλιστα γυναίκες των Κοτυώρων είχαν αναλάβει αποκλειστικά τη βαριά χειρωνακτική εργασία διαλογής και καθαρισμού φουντουκιών, καρυδιών και φασολιών. Πέρα από την οικονομική επιβίωση, οι γυναίκες πέτυχαν έναν ακόμα σπουδαίο άθλο· διατήρησαν ζωντανή την ελληνική παιδεία. Συντήρησαν εξ ολοκλήρου το τετρατάξιο Δημοτικό Σχολείο της περιοχής, εξασφαλίζοντας ότι δεν θα έκλεινε, ενώ παράλληλα φρόντιζαν να αποστέλλουν στους εξόριστους δασκάλους τις κρατήσεις που τους οφείλονταν από την προηγούμενη σχολική χρονιά.
Και σαν να μην έφθαναν όλα αυτά, επωμίστηκαν και έναν επικίνδυνο εθνικό ρόλο.
Από τα τέλη του 1921, συμμετείχαν ενεργά στην οργάνωση των αποδράσεων προς τη Ρωσία. Οδηγούσαν με ασφάλεια τους φυγόστρατους μέχρι τα παράλια, από όπου εκείνοι επιβιβάζονταν σε βάρκες με προορισμό τη σωτηρία.
Με αυτόν τον τρόπο, οι γυναίκες των Κοτυώρων όχι μόνο δεν υιοθέτησαν τον ρόλο του θύματος, αλλά μεταμορφώθηκαν σε αληθινές πρωταγωνίστριες, που κράτησαν όρθιο τον Ελληνισμό του Πόντου όταν το μόνο που υπήρχε γύρω τους ήταν σκοτάδι.
Ας διαβάσουμε πώς τις περιέγραφε τότε και έχοντας πάρει αποστάσεις από εκείνη την περίοδο…
≈
Χρονικά Κοτυώρων από το 1914 έως το 1922
Οι γυναίκες παλεύουν ηρωικά για την επιβίωση
Τι έγινε στα Κοτύωρα μετά τον εκτοπισμό όλου σχεδόν του αντρικού πληθυσμού και της νεολαίας; Πώς έζησε ο κόσμος των γυναικοπαίδων; Εδώ, τον λόγο τον πήρε, πάλι, η ζωτικότητα, γνώρισμα και των δυο φύλων του τόπου.
Κάθε γυναίκα ανέπτυξε άμεση πρωτοβουλία. Από την άλλη μέρα κιόλας κάθε γυναίκα, κάθε κοπέλα, βρέθηκε στο κατάστημα, στη δουλειά, στη θέση του πατέρα, του συζύγου, του αδελφού. Οι γυναίκες έγιναν τσαγκάρηδες, ράφτες, μικροπωλητές, μπακάληδες, υφασματοπώλες, καφετζήδες.
Παραγγελίες, βέβαια, και αποστολές εμπορευμάτων από την Κωνσταντινούπολη έπαψαν να γίνονται. Οι γυναίκες μας αγόραζαν από τους Τούρκους για τη μεταπώληση λιανικώς. Όχι εξίσωση, να πούμε, οικονομικών όρων. Αλλά, ανατροπή «άρδην» επιζήτησαν. Και την πέτυχαν. Κι ακόμα πού είμαστε… Εδώ είναι, πάντα, το κουμπί στις «υπερπατριωτικές» ενέργειες των Τούρκων μεγιστάνων…
Κωμωδία τουρκομάθειας
«Αλ, Μέμετ, μετάξ κιπί» –διαφήμιζε το ύφασμά της η υπαίθρια Ελληνίδα πωλήτρια. «Μετάξ κιπί»! Ήθελε να πει «ιπέκ κιπί» –σαν μετάξι. Φαινόμενο αξιοπρόσεχτο είναι, ότι ελάχιστες γυναίκες μας, ύστερα από αιώνες συγχρωτισμού κοινωνικού με τους Τούρκους στον Πόντο, ελάχιστες ήξεραν να λένε τρεις τουρκικές λέξεις στη σειρά. Μα και οι άντρες δεν ήταν, σχετικά, σε πολύ ανώτερη μοίρα. Αν εξαιρέσει κανείς τη Σαμψούντα, όπου εζούσε πολύς τουρκόφωνος ελληνικός κόσμος του εσωτερικού, ο άλλος παραλιακός Πόντος μεσάνυχτα είχε από, όχι καλή, μα απλώς υποφερτή τουρκομάθεια…
Οι γυναίκες λοιπόν έπρεπε, με την εργασία τους να συντηρούν τις οικογένειες. Αυτές να στέλνουν, για τη συντήρησή τους, λεφτά στους εξόριστους. Αυτές να πληρώνουν φόρους, κάθε είδος δοσίματα, που από κανένα τους δεν τις απάλλαξαν οι γενναίοι συμπολίτες μας Τούρκοι. Μεγάλος άθλος. Και όμως κράτησαν ως το τέλος οι γυναίκες.
Όχι μόνο αυτό. Αλλά συντήρησαν και Δημοτικό Σχολείο με 4 τάξεις. Όλα κι όλα. Το Σχολείο δεν μπορούσε να κλείσει. Και εκτός αυτό έστελναν και στους εξόριστους δασκάλους το παρακράτημα που τους έγινε από το μισθό κατά το περασμένο σχολικό έτος.
Ας σημειωθεί, για να τελειώνουμε, με το ζήτημα του βιοπορισμού, ότι οι γυναίκες μας, αποκλειστικά, διηύθυναν και εκτελούσαν τις δουλειές για το ξεχώρισμα της ψίχας των φουντουκιών, καρυδιών, για το χώρισμα και καθάρισμα των φασολιών στα εμπορικά καταστήματα, τουρκικά, τώρα, πια.
Kαι πάλι η διαφυγή για τη Ρωσία
Και στο αναμεταξύ, από τα τέλη ήδη του 1921, άρχισε πάλι και οργανώθηκε η δραπέτευση για τη Ρωσία. Γυναίκες οδηγούσαν φυγόστρατους έως ένα ορισμένο σημείο. Από εκεί έμπαιναν αυτοί σε βάρκες και δρόμο για τη λευτεριά, για τη Ρωσία, που, με όλες τις φιλικές της σχέσεις προς την Κεμαλική Τουρκία, είχε τις πόρτες ανοιχτές για τους καταδιωκόμενους –όποιους. Από ζήτημα αρχών, μα και για πολιτική σκοπιμότητα βέβαια.
•Πηγή αποσπάσματος: Ιωακείμ Σαλτσής, «Χρονικά Κοτυώρων – Από το 1914 έως το 1922» στα Χρονικά του Πόντου, Έτος Β’, τεύχος 23-24 (Ιούλιος-Αύγουστος 1946), σ. 561-562, εκδόθηκε από τον Σύλλογο Ποντίων «Αργοναύται-Κομνηνοί» το 1954.
• Σημ.: Έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του πρωτότυπου.
Διαβάστε ακόμη:
Γυναίκα του Πόντου και Γενοκτονία: Ξεφυλλίστε το αφιέρωμα της Ναυτεμπορικής και του PontosNews

















