Με δοξολογία στο ναό της Παναγίας Αχειροποιήτου, τρισάγιο και καταθέσεις στεφάνων στην πλατεία Μακεδονομάχων τίμησε σήμερα η Θεσσαλονίκη την Ημέρα του Μακεδονικού Αγώνα. Οι εκδηλώσεις συνοδεύτηκαν από μηνύματα για τη σημασία της ιστορικής μνήμης και της ενότητας.


«Τιμούμε σήμερα τη μνήμη όλων όσοι θυσίασαν τη ζωή τους για τη διαφύλαξη της ελληνικότητας της Μακεδονίας», ανέφερε σε σημερινή ανάρτησή του ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης Στέλιος Αγγελούδης. Τόνισε ότι η κινητοποίηση του ελληνισμού για έναν κοινό σκοπό εξακολουθεί να αποτελεί σημείο αναφοράς απέναντι στις σύγχρονες προκλήσεις.
Στην πανελλήνια διάσταση του Αγώνα αναφέρθηκε και ο αντιπεριφερειάρχης Θεσσαλονίκης Κώστας Γιουτίκας, ο οποίος εκφώνησε την κεντρική ομιλία στην Αχειροποίητο και κατέθεσε στεφάνι στην πλατεία Μακεδονομάχων. «Κανένα εμπόδιο δεν είναι ανυπέρβλητο, όταν είμαστε ενωμένοι και κάνουμε βήματα μπροστά με αυτοπεποίθηση», υπογράμμισε.
Η θυσία του Παύλου Μελά και η ημερομηνία της επετείου
Η Ημέρα του Μακεδονικού Αγώνα τιμάται την πρώτη Κυριακή μετά τη 13η Οκτωβρίου, ημερομηνία κατά την οποία, το 1904, ο Παύλος Μελάς έχασε τη ζωή του στη Στάτιστα της Καστοριάς, το σημερινό χωριό Μελάς. Η επίσημη καθιέρωση της επετείου για τη Μακεδονία και τη Θράκη έγινε με βασιλικό διάταγμα το 1969.
Ο αξιωματικός του Πυροβολικού αναδείχθηκε σε εμβληματική μορφή ενός αγώνα που εκτυλίχθηκε σε μια περιοχή υπό οθωμανική κυριαρχία.
Στην ένοπλη φάση του, ιδιαίτερα την περίοδο 1904-1908, κυριάρχησε η σύγκρουση ελληνικών και βουλγαρικών σωμάτων για την επιρροή στις πόλεις και στα χωριά.
Στα ελληνικά σώματα συμμετείχαν ντόπιοι Μακεδόνες, ανάμεσά τους σλαβόφωνοι και βλαχόφωνοι Έλληνες, καθώς και εθελοντές από πολλές περιοχές. Αγωνιστές από την Κρήτη, τη Μάνη, το Πήλιο, τα Επτάνησα, την Ήπειρο και την Κύπρο έδωσαν στην προσπάθεια πανελλήνια διάσταση.
Οι άνθρωποι και τα δίκτυα πίσω από τα σώματα
Την ένοπλη δράση στήριζαν δίκτυα πληροφοριών, ανεφοδιασμού και περίθαλψης, με τη συμμετοχή ανθρώπων διαφορετικών κοινωνικών τάξεων. Στις πόλεις, η αναμέτρηση περνούσε μέσα από την εκπαίδευση, τις εκκλησιαστικές κοινότητες, τα επαγγελματικά σωματεία και την κοινωνική πρόνοια.
Σημαντικό ρόλο είχαν οι εκπαιδευτικοί και ο κλήρος. Η αντιπαράθεση ανάμεσα στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και τη Βουλγαρική Εξαρχία προσέδιδε στην εκκλησιαστική υπαγωγή ιδιαίτερη εθνική και πολιτική βαρύτητα.
Κεντρικό σημείο συντονισμού υπήρξε το ελληνικό Γενικό Προξενείο στη Θεσσαλονίκη.
Διπλωμάτες και αξιωματικοί που εμφανίζονταν ως «ειδικοί γραφείς» διατηρούσαν επαφές με εκπαιδευτικούς, εκκλησιαστικούς παράγοντες, τοπικές επιτροπές και οπλαρχηγούς. Καθοριστική ήταν η συμβολή του προξένου Λάμπρου Κορομηλά στην οργάνωση αυτής της προσπάθειας.
Το κτήριο του παλιού προξενείου στεγάζει σήμερα το Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα, διατηρώντας τεκμήρια για τους πρωταγωνιστές και την καθημερινότητα μιας περιόδου που προηγήθηκε των Βαλκανικών Πολέμων και της απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης το 1912.

















