Το μοναστήρι έμεινε στο βράχο· ο θησαυρός του πήρε άλλους δρόμους. Περισσότερο από έναν αιώνα μετά τον ξεριζωμό των Ελλήνων, πολύτιμα κειμήλια της Παναγίας Σουμελά εξακολουθούν να συνδέονται με συλλογές στην Άγκυρα και την Κωνσταντινούπολη, μακριά από τον τόπο στον οποίο χρησιμοποιήθηκαν, δωρίστηκαν και φυλάχθηκαν επί γενιές.
Η νέα πρόταση να επιστρέψουν αντικείμενα που είχαν μεταφερθεί στην τουρκική πρωτεύουσα, ώστε να εκτεθούν σε μουσείο στη Ματσούκα, δίνει την αφορμή για να αναζητήσουμε τι έχει καταγραφεί: από χειρόγραφα και λογιστικά κατάστιχα μέχρι σταυρούς και κεντήματα.
Και να θυμηθούμε τα κειμήλια που έφτασαν στην Ελλάδα, ανάμεσά τους εκείνα που ένας μοναχός ανέσυρε από την κρύπτη της Αγίας Βαρβάρας το 1931.
Τι έχει καταγραφεί στην Άγκυρα
Μια συγκεκριμένη εικόνα έχει δώσει ο συγγραφέας και επίτιμος πρόεδρος της ΠΟΠΣ Στέφανος Τανιμανίδης. Στη φωτογραφική τεκμηρίωση και την περιγραφή των κειμηλίων που τοποθετεί στην Άγκυρα περιλαμβάνονται:
• Εικόνα της Παναγίας Βρεφοκρατούσας.
• Σταυρός λιτανείας του 1862, ύψους 90 εκατοστών και βάρους περίπου 3,34 κιλών.
• Τετραευαγγέλιο της Μονής Σουμελά.
• Λάβαρο, ύψους 94 και πλάτους 50 εκατοστών.
• 67 χειρόγραφοι κώδικες και δεκάδες βιβλία, σύμφωνα με την καταγραφή που επικαλείται, με αναφορές στους Νιλάι Γιλμάζ και Ακύλα Μήλλα και στο αρχείο του σωματείου «Παναγία Σουμελά».

Πρόκειται για δημοσιευμένη τεκμηρίωση συγκεκριμένων αντικειμένων. Η ακριβής σημερινή θέση κάθε κειμηλίου και η αντιστοίχισή του με τους ιστορικούς καταλόγους παραμένουν ζητήματα που χρειάζονται έναν επικαιροποιημένο, αναλυτικό μουσειακό κατάλογο.
Στο παλαιότερο αφιέρωμα του ΑΠΕ-ΜΠΕ, με υλικό που παραχώρησε ο Στέφανος Τανιμανίδης, στην καταγραφή για την Άγκυρα αναφέρονται επίσης επιτραχήλια και λάβαρα.
Μια βιβλιοθήκη που κρατά περισσότερα από προσευχές
Τα χειρόγραφα δίνουν στη διασπορά του θησαυρού μια ακόμη διάσταση. Ο ιστορικός τέχνης Σεμαβί Εϊτζέ, σε μελέτη του στο Belleten το 1966, έγραφε ότι μεγάλο μέρος των χειρογράφων της Σουμελά είχε καταλήξει στην Άγκυρα.
Στην περιγραφή του περιλαμβάνονται τρία τετραευαγγέλια που χρονολογούνταν στον 11ο-12ο αιώνα, με διακόσμηση και μικρογραφίες, καθώς και νεότερα θρησκευτικά βιβλία. Ανάμεσά τους υπήρχαν ακολουθίες των οσίων Βαρνάβα και Σωφρονίου, των κτητόρων της μονής.
Υπήρχαν όμως και κείμενα που φωτίζουν την ιστορία έξω από το ναό:
• Χρονογραφία βυζαντινών αυτοκρατόρων και Οθωμανών σουλτάνων, του Μανουήλ Μαλαξού, από τα τέλη του 16ου αιώνα.
• Κατάλογος των χριστιανών κατοίκων της Σινώπης του 1691, που συνέταξε ο Χριστόφορος, γιος του Στεφάνου.
• Επιστολές, πρωτόκολλα και βιβλία δαπανών της μονής, του 18ου και του 19ου αιώνα.
Αυτά τα κατάστιχα μπορούν να μιλήσουν για πρόσωπα, συναλλαγές, περιουσίες και σχέσεις με την κοινωνία του Πόντου. Η σημασία τους ξεπερνά την αξία ενός εκθέματος: αποτελούν πηγές για τη ζωή μιας κοινότητας που διαλύθηκε.
Ο φάκελος του 1925: Τι βρέθηκε ανάμεσα στους τοίχους
Η μεταφορά αντικειμένων στην Άγκυρα συνδέεται με την περίοδο μετά την εκκένωση της μονής. Σε ρεπορτάζ του T24, το 2019, παρουσιάστηκαν αναφορές σε επίσημη αλληλογραφία του τότε υπουργού Παιδείας Σουκρού Σαράτσογλου, με ημερομηνία 1 Μαρτίου 1925.
Σύμφωνα με την περιγραφή, επιτροπή υπό τον διευθυντή Εκπαίδευσης της Τραπεζούντας εντόπισε αντικείμενα σε υπόγειο ανάμεσα σε πέτρινους τοίχους. Η δημοσιευμένη καταγραφή περιλαμβάνει:
• Ένα στέμμα με επίχρυση διακόσμηση.
• Ασημένια και επίχρυσα σκεύη, με ρωσικές επιγραφές, σμάλτο και λίθους.
• Σταυρό με βάση, διακοσμημένο με πράσινους λίθους.
• Επίχρυσο ασημένιο κύπελλο.
• Κύπελλα και κουτάλια.
• Δύο δοχεία για καφέ και ζάχαρη, σε σχήμα εκκλησίας.
• Ασημένιο μεγάλο δίσκο και επτά ασημένιους δίσκους.
• Χειρόγραφα βιβλία.
Η καταγραφή δείχνει τι περιέγραφαν οι τότε υπηρεσίες ως θησαυρό της μονής. Για την τύχη κάθε αντικειμένου χρειάζεται να συνδεθεί αυτή η παλιά περιγραφή με τις μεταγενέστερες καταχωρίσεις των μουσείων.
Η διασπορά συνεχίζεται στην Κωνσταντινούπολη
Η Παναγία Σουμελά ήταν ένα ολόκληρο μοναστηριακό συγκρότημα: ναός, παρεκκλήσια, κελιά, χώροι φιλοξενίας και βιβλιοθήκη. Η επίσημη σελίδα του μνημείου στο Turkish Museums συνδέει την εκκένωσή του με την ανταλλαγή των πληθυσμών και αναφέρει ότι σπάνια χειρόγραφα της βιβλιοθήκης φυλάσσονται στη συλλογή της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη.
Η ίδια περιγραφή σημειώνει ότι το κτήριο της βιβλιοθήκης δεν σώζεται. Η συλλογή της όμως άφησε ίχνη έξω από το μοναστήρι.
Στη συλλογή που βρίσκεται την Κωνσταντινούπολη περιλαμβάνονται η ξύλινη σταυροθήκη σε μορφή δίπτυχου του Μανουήλ Γ’ Μεγαλοκομνηνού, το χρυσόβουλο του Αλεξίου Γ‘, κεντημένη εικόνα της Παναγίας του 1758, μήτρες, εκκλησιαστικά υφαντά, εγκόλπια και ευαγγέλια.
Η ξύλινη σταυροθήκη αποτελεί διαφορετικό αντικείμενο από το σταυρό που φυλάσσεται σήμερα στο Βέρμιο.

Το 2019, σε απάντησή του προς την τουρκική Εθνοσυνέλευση, ο υπουργός Πολιτισμού και Τουρισμού Μεχμέτ Νουρί Ερσόι είχε αναφέρει ότι 77 αντικείμενα που αναγνωρίζονταν ως προερχόμενα από τη Σουμελά ήταν καταχωρισμένα στο βιβλίο απογραφής εικόνων και εκκλησιαστικών αντικειμένων της Διεύθυνσης του Μουσείου Αγίας Σοφίας και φυλάσσονταν εκεί, σύμφωνα με το σχετικό τουρκικό ρεπορτάζ.
Ο αριθμός αυτός αφορά εκείνη την καταγραφή και δεν πρέπει να συγχέεται με τους 67 χειρόγραφους κώδικες που αναφέρονται για την Άγκυρα.
Τα τρία κειμήλια που βγήκαν από την κρύπτη και έφτασαν στην Ελλάδα
Μια άλλη διαδρομή ακολούθησαν τα κειμήλια που συνδέθηκαν με την αποστολή του Αμβρόσιου Σουμελιώτη το 1931. Είχαν κρυφτεί στο μετόχι της Αγίας Βαρβάρας, κοντά στη μονή, και η ανάκτησή τους έγινε με άδεια των τουρκικών Αρχών, στο πλαίσιο της συνεννόησης των κυβερνήσεων Βενιζέλου και Ινονού.
Στην αφήγηση του ίδιου του Αμβρόσιου, η αποστολή αποκτά ανθρώπινο πρόσωπο: Τούρκοι γνωστοί τον υποδέχθηκαν στην Τραπεζούντα, οι τοπικές Αρχές διευκόλυναν τη μετάβασή του και αγωγιάτες βοήθησαν να απομακρυνθούν πέτρες και χώματα από το σημείο της κρύπτης.
Η αναζήτηση κράτησε ώρες. Όταν βρέθηκε το κιβώτιο, τα υφάσματα που προστάτευαν τα κειμήλια είχαν φθαρεί από το νερό, αλλά το περιεχόμενό του είχε διασωθεί. «Τα ιερά κειμήλια είχαν σωθεί», αφηγείται ο μοναχός.
Η άφιξή τους στην Αθήνα τοποθετείται στις 9 Νοεμβρίου 1931.
Τα τρία κειμήλια που φυλάσσονται σήμερα στο προσκύνημα της Παναγίας Σουμελά στο Βέρμιο είναι:
• Η ιστορική εικόνα της Παναγίας Σουμελά, την οποία η εκκλησιαστική παράδοση αποδίδει στον ευαγγελιστή Λουκά.
• Ο σταυρός του Μανουήλ Γ΄ Μεγαλοκομνηνού, με Τίμιο Ξύλο, σμάλτο, πολύτιμους λίθους και κοράλλια.
• Το χειρόγραφο Ευαγγέλιο του οσίου Χριστοφόρου, του τρίτου κτήτορα της μονής, με αντιγραφή των τεσσάρων Ευαγγελίων. Η παράδοση το συνδέει με τη θαυματουργική εκμάθηση της γραφής και της ανάγνωσης από τον όσιο.

Τα κειμήλια τοποθετήθηκαν αρχικά στο Βυζαντινό Μουσείο της Αθήνας. Η εικόνα μεταφέρθηκε στο Βέρμιο το 1952, ενώ ο σταυρός και το Ευαγγέλιο ακολούθησαν το 1993. Έτσι, η νέα Σουμελά συγκέντρωσε τα τρία αντικείμενα που είχαν διασωθεί μαζί στην κρύπτη.
Το τέταρτο κειμήλιο: Από ένα παλαιοπωλείο του Λονδίνου στο Βέρμιο
Η διαδρομή των κειμηλίων στην Ελλάδα έχει ακόμη ένα ξεχωριστό κεφάλαιο: τον χρυσοκέντητο Επιτάφιο της Μονής Σουμελά.
Σύμφωνα με την ιστορία που δημοσιεύει το σωματείο «Παναγία Σουμελά», ο Αντώνης Μπενάκης τον αγόρασε το 1932 από παλαιοπωλείο του Λονδίνου. Το έργο εντάχθηκε στο Μουσείο Μπενάκη και παραχωρήθηκε στο προσκύνημα του Βερμίου το 1997.
Η παράστασή του απεικονίζει τον νεκρό Χριστό, την Παναγία, τον Ιωάννη, αρχαγγέλους και τις Μυροφόρες, μέσα σε σύνθετη κεντημένη διακόσμηση.

Αυτό το κειμήλιο έφτασε στο Βέρμιο ύστερα από άλλη διαδρομή, μέσω της αγοράς τέχνης και ενός ελληνικού μουσείου. Η ιστορία του θυμίζει πόσο διαφορετικές μπορεί να είναι οι τύχες αντικειμένων που κάποτε ανήκαν στον ίδιο χώρο.
Η νέα πρόταση: Μουσείο στη Ματσούκα για το θησαυρό της Σουμελά
Αυτός ο διάσπαρτος θησαυρός επανήλθε στη συζήτηση στην πρώτη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου της Τραπεζούντας για τον Οκτώβριο.
Όπως ανέφερε η Haber Anlık, στις 12 Οκτωβρίου, ο δημοτικός σύμβουλος της Ματσούκας Τουρχάν Εγιούπογλου πρότεινε την ίδρυση μουσείου στην περιοχή, ώστε να επιστρέψουν και να εκτεθούν εκεί τα αντικείμενα που είχαν μεταφερθεί στην Άγκυρα. Η παρέμβασή του συνδέθηκε και με την ανάγκη νέων επενδύσεων στη Ματσούκα.
Στο ρεπορτάζ της Haber61, στις 13 Οκτωβρίου, ο δήμαρχος Αχμέτ Μετίν Γκεντς αναφέρει ότι είχε ήδη γίνει προφορική προσέγγιση για τη μεταφορά των κειμηλίων, χωρίς θετική ανταπόκριση.
«Δεν είναι διατεθειμένοι να δώσουν αυτά τα έργα» είπε, προτείνοντας μια ισχυρότερη παρέμβαση προς την Άγκυρα.
Το αίτημα ανάδειξης των κειμηλίων έχει τεθεί και στο παρελθόν και έχει να κάνει με την παρουσίασή τους στον φυσικό του χώρο, στην ιστορική μονή, και να γίνουν προσβάσιμα σε ερευνητές και επισκέπτες.
Βέβαια, το νέο αίτημα διεκδίκησης επαναφέρει ένα μείζον ζήτημα: Επιστροφή σημαίνει καταγραφή, συντήρηση και κατάλληλους χώρους έκθεσης, ώστε κάθε αντικείμενο να παρουσιαστεί με την προέλευση και την ιστορία του – το ποια ιστορία θα επιλεγεί, είναι ένα άλλο θέμα.

















