Οι παλιές φωτογραφίες κρατούν ζωντανές μνήμες, πατρίδες που χάθηκαν, οικογένειες που ξεριζώθηκαν και ανθρώπους που κουβάλησαν τον Πόντο μέσα τους μέχρι το τέλος της ζωής τους. Σε αυτήν την κατηγορία ανήκει και η σπάνια φωτογραφία που έχει στο προσωπικό της αρχείο η Ελισάβετ Δούκα, δισέγγονη του Πόντιου οπλαρχηγού Νικολάου Πουτζακτζή, και στην οποία έχουν απαθανατιστεί οι Πόντιοι Οπλαρχηγοί της Δράμας. Το πολύτιμο οικογενειακό κειμήλιο διασώθηκε και πέρασε από γενιά σε γενιά.
Ο Νικόλαος Πουτζακτζής, γιος του Θεοδώρου και της Χαρίκλειας, καταγόταν από την περιοχή της Αμισού – Σαμψούντας του Πόντου.

Μαζί με χιλιάδες άλλους Ποντίους άφησε πίσω του την πατρίδα και έφτασε στην Ελλάδα, έχοντας όμως μαζί του κάτι που κανένας ξεριζωμός δεν μπορούσε να του αφαιρέσει: τη μνήμη του τόπου του. Αρχικά εγκαταστάθηκε στον Ζυγό Καβάλας. Σύμφωνα με την οικογενειακή παράδοση, επέλεξε να μείνει εκεί γιατί ο τόπος τού θύμιζε τον Πόντο και την ιδιαίτερη πατρίδα του στην περιοχή της Αμισού. Ίσως μέσα στο τοπίο του Ζυγού να αναζητούσε κάτι από τα βουνά και τις εικόνες που είχε αφήσει πίσω του. Αργότερα ο δρόμος του τον έφερε στην Προσοτσάνη Δράμας, όπου εγκαταστάθηκε και συνέχισε τη ζωή του στη νέα πατρίδα.
Ο Νικόλαος ήταν γνωστός με περισσότερα από ένα προσωνύμια. Πουτζακτζής, Απατζής, Τσακούρ’ ήταν ονομασίες που συνδέθηκαν μαζί του, ενώ στην Ελλάδα απέκτησε ακόμη ένα χαρακτηριστικό παρατσούκλι: «Μαχαίρας».
Το όνομα αυτό τού δόθηκε επειδή κατασκεύαζε μαχαίρια, συνεχίζοντας μια τέχνη που έγινε κομμάτι της νέας του ζωής. Και κάπου ανάμεσα στον Πόντο που άφησε πίσω και στη Δράμα όπου ρίζωσε ξανά, έμεινε αυτή η φωτογραφία.

Μπροστά στον φακό στέκονται οι Πόντιοι Οπλαρχηγοί της Δράμας. Άνθρωποι μιας γενιάς που γνώρισε τον αγώνα, την απώλεια, τον ξεριζωμό και τελικά τη δύσκολη προσπάθεια να χτίσει από την αρχή μια καινούργια ζωή. Σήμερα, τόσες δεκαετίες αργότερα, η εικόνα τους αποτελεί ένα κομμάτι μνήμης του Πόντου που σώθηκε στη Δράμα.
Οι άνθρωποι φεύγουν, oι πατρίδες μπορεί να μείνουν μακριά. Όμως όσο υπάρχουν οι φωτογραφίες, οι οικογενειακές αφηγήσεις και οι απόγονοι που κρατούν τα ονόματά τους ζωντανά, η μνήμη δεν χάνεται.
Η εγκατάσταση των Ποντίων προσφύγων στη Δράμα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την Ανταλλαγή των πληθυσμών δεν σήμανε μόνο την αρχή μιας νέας ζωής στην Ελλάδα. Μαζί με τις οικογένειές τους έφτασαν στην περιοχή και άνδρες που είχαν πολεμήσει στα βουνά του Πόντου, συμμετέχοντας στα ποντιακά αντάρτικα σώματα κατά τα δύσκολα χρόνια των διωγμών. Οι παλιοί αυτοί οπλαρχηγοί εγκαταστάθηκαν σε διάφορες περιοχές του νομού Δράμας και σύντομα επιδίωξαν να οργανωθούν συλλογικά, διατηρώντας ζωντανή τη μνήμη των αγώνων τους, τους δεσμούς μεταξύ τους και την ιδιαίτερη παράδοση των ανταρτικών σωμάτων του Πόντου.
Μέσα σε αυτό το ιστορικό περιβάλλον ιδρύθηκε στη Δράμα, το 1925, ο Σύλλογος Ποντίων Οπλαρχηγών «Αλύτρωτος Πόντος».
Η ίδρυσή του αποτελεί ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον κεφάλαιο της ιστορίας τόσο του ποντιακού ελληνισμού όσο και της προσφυγικής Δράμας. Η σχετική ιστορική έρευνα του Βασίλη Γ. Χατζηθεοδωρίδη συνδέει την ίδρυση του συλλόγου με τους παλιούς αγωνιστές του Πόντου, αρκετοί από τους οποίους είχαν περάσει χρόνια στα βουνά για να αποφύγουν τις διώξεις και τα τάγματα εργασίας.
Η ίδρυση του «Αλύτρωτου Πόντου»
Ο «Αλύτρωτος Πόντος» εμφανίζεται σε μια εποχή κατά την οποία η Δράμα μεταμορφωνόταν από τη μαζική εγκατάσταση προσφύγων. Δημιουργήθηκαν πολλά προσφυγικά σωματεία, άλλα με βάση τον τόπο καταγωγής των μελών τους και άλλα με σκοπό τη συνέχιση συγκεκριμένων ιστορικών και πολιτισμικών παραδόσεων. Στη δεύτερη κατηγορία εντάσσεται χαρακτηριστικά ο Σύλλογος Ποντίων Οπλαρχηγών «Αλύτρωτος Πόντος». Η ιστορικός Γεωργία Μπακάλη αναφέρει τον σύλλογο ακριβώς ως παράδειγμα οργάνωσης που είχε ως βάση τη συνέχιση μιας ιδιαίτερης παράδοσης.
Το πρώτο ιδρυτικό συμβούλιο εκπροσώπησε τον σύλλογο μέχρι τις 29 Ιουλίου 1927. Τότε συγκλήθηκε γενική συνέλευση στο δικηγορικό γραφείο του Χρυσόστομου Καραΐσκου στη Δράμα. Στη διοίκηση που προέκυψε καταγράφονται ο Χ. Κοσμίδης ως πρόεδρος, ο Ιορδάνης Χασαρής ως αναπληρωτής πρόεδρος, ο Χρυσόστομος Καραΐσκος ως γενικός γραμματέας, ο Ευριπίδης Σαμλίδης ως ταμίας και, μεταξύ άλλων, ο Δ. Ασλανίδης ως μέλος.
Η άτυπη ομάδα παλαιών πολεμιστών επιχείρησε να δημιουργήσει ένα πραγματικό σωματείο στη νέα πατρίδα.
Οι οπλαρχηγοί της Δράμας
Οι αριθμοί που συναντώνται στις πηγές είναι εντυπωσιακοί. Μεταγενέστερη ιστορική καταγραφή αναφέρει ότι 84 Πόντιοι οπλαρχηγοί από περιοχές όπως η Αμισός, η Πάφρα, η Τοκάτη, το Νίκσαρ, το Λαδίκ, η Κάβζα, το Κοπρού και η Οινόη εγκαταστάθηκαν μετά την Ανταλλαγή στην περιοχή της Δράμας.
Εδώ, όμως, χρειάζεται μία σημαντική ιστορική διάκριση. Οι πηγές αναφέρουν ότι το 1928 οι οπλαρχηγοί συγκρότησαν Σύλλογο με την ονομασία «Ελεύθερος Πόντος». Δεν πρέπει επομένως να θεωρούμε αυτομάτως ότι ο κατάλογος των 84 οπλαρχηγών αποτελεί κατάλογο μελών του «Αλύτρωτου Πόντου» του 1925.
Η ακριβής σχέση ανάμεσα στον «Αλύτρωτο Πόντο» και στον «Ελεύθερο Πόντο» χρειάζεται περαιτέρω αρχειακή διερεύνηση.
Στον «Ελεύθερο Πόντο» καταγράφονται, μεταξύ άλλων, οι Χαράλαμπος Κοσμίδης, Ιορδάνης Χασαρής, Ελευθέριος Σαμλίδης, Δημήτριος Ασλανίδης, Κυριάκος Δεμερτζίδης, Μιλτιάδης Κουτζίδης, Χαράλαμπος Παπαδόπουλος και Συμεών Χατζησταυρίδης. Μεταξύ των υπόλοιπων μελών αναφέρονται οι Γεώργιος Απατζόγλου, Γεώργιος Απανοζίδης, Σάββας Βασιλειάδης, Σταύρος Καραγιαννίδης, Κωνσταντίνος Κοσμίδης, Παναγιώτης Κυριακίδης, Λ. Παπαδόπουλος, Κ. Παπουλίδης και πολλοί άλλοι. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στον Στυλιανό Κοσμίδη, ο οποίος χαρακτηρίζεται στην πηγή ως πρώην αρχηγός ανταρτών του Πόντου.
Η επανεμφάνιση ορισμένων ονομάτων στις διοικήσεις και στις καταγραφές των δύο σωματειακών σχημάτων αποτελεί ενδιαφέρουσα ένδειξη συνέχειας του ίδιου κύκλου οπλαρχηγών, χωρίς όμως από μόνη της να αποδεικνύει ότι ο «Ελεύθερος Πόντος» ήταν απλή μετονομασία του «Αλύτρωτου Πόντου».
Οι οπλαρχηγοί με τις αυθεντικές στολές τους
Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία για την ιστορία του συλλόγου αφορά την ενδυμασία των οπλαρχηγών. Οι παλιοί καπετάνιοι δεν εγκατέλειψαν αμέσως την εξωτερική εικόνα που τους συνέδεε με τα χρόνια του αντάρτικου. Ιστορικές πηγές αναφέρουν ότι ήδη από τα πρώτα χρόνια της εγκατάστασής τους στη Δράμα εμφανίζονταν στις εθνικές επετείους φορώντας τις στολές τους, δεχόμενοι τις επευφημίες του κόσμου.
Η εικόνα αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για τη μελέτη της ποντιακής ανδρικής φορεσιάς. Δεν έχουμε μπροστά μας απλώς μεταγενέστερα χορευτικά κοστούμια. Στη Δράμα εξακολουθούσαν να ζουν άνθρωποι που είχαν φορέσει αυτές τις ενδυμασίες στον ίδιο τον Πόντο και τις χρησιμοποιούσαν στις επίσημες εμφανίσεις τους στην Ελλάδα.
Η χαρακτηριστική ζίπκα, το κάλυμμα της κεφαλής, οι ζώνες και οι εξαρτύσεις αποτελούσαν μέρος μιας εικόνας που ήταν ακόμη άμεσα συνδεδεμένη με τη βιωμένη εμπειρία του ποντιακού αντάρτικου.
Η σύνδεση με τον Σύλλογο Ποντίων «Αργοναύται–Κομνηνοί»
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία που προκύπτουν από την έρευνα είναι η σχέση των Οπλαρχηγών της Δράμας με τον ιστορικό Σύλλογο Ποντίων «Αργοναύται-Κομνηνοί» της Καλλιθέας. Το επίσημο ιστορικό των χορευτικών συγκροτημάτων των «Αργοναυτών-Κομνηνών» καταγράφει ότι η πρώτη επίσημη παρουσία χορευτών στο πλαίσιο οργανωμένης επίδειξης ποντιακών χορών πραγματοποιήθηκε στο Παναθηναϊκό Στάδιο στις 4 Αυγούστου 1938.

Οι πρώτες εμφανίσεις των χορευτών των «Αργοναυτών-Κομνηνών» υποστηρίζονταν από τους «Οπλαρχηγούς» της Δράμας, επειδή ο αθηναϊκός σύλλογος δεν διέθετε ακόμη οργανωμένο βεστιάριο για τους χορευτές του.


Η πληροφορία αυτή δημιουργεί έναν άμεσο σύνδεσμο ανάμεσα στην παλιά γενιά των Ποντίων ανταρτών που είχε εγκατασταθεί στη Δράμα και στην οργανωμένη παρουσίαση της ποντιακής παράδοσης στην Αθήνα.
Από το αντάρτικο βίωμα στη διατήρηση της παράδοσης
Η συνεργασία με τους «Αργοναύτες-Κομνηνούς» αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον εάν εξεταστεί μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της δράσης του αθηναϊκού συλλόγου.
Οι «Αργοναύται-Κομνηνοί» είχαν ιδρύσει δραματικό τμήμα ήδη από το 1931 και σχολή χορού και μουσικής από το 1933.
Οι πρώτες συζητήσεις για τη συγχώνευση των δύο συλλόγων των Τραπεζουντίων και Κερασουντίων ξεκίνησαν το 1935 και ολοκληρώθηκαν το 1937, οπότε εμφανίζεται πλέον η κοινή ονομασία «Αργοναύται-Κομνηνοί».
Έτσι, όταν το 1938 οι Οπλαρχηγοί της Δράμας υποστήριξαν τις πρώτες εμφανίσεις των χορευτών, συμμετείχαν ουσιαστικά σε μία από τις πρώιμες οργανωμένες προσπάθειες παρουσίασης της ποντιακής χορευτικής παράδοσης στην πρωτεύουσα. Η σχέση του κόσμου των παλιών Ποντίων οπλαρχηγών με τους «Αργοναύται-Κομνηνοί» δεν περιορίστηκε στις πολιτιστικές εκδηλώσεις.
Με την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου το 1940, ο σύλλογος της Καλλιθέας ανέπτυξε δραστηριότητα για την υποστήριξη της πολεμικής προσπάθειας. Στην επιτροπή που δημιουργήθηκε συμμετείχε και ο γνωστός Πόντιος οπλαρχηγός Ευάγγελος Ιωαννίδης.

Ο Ιωαννίδης πρότεινε τη συγκρότηση εθελοντικών σωμάτων με τη συνδρομή Ποντίων οπλαρχηγών που είχαν εγκατασταθεί στη βόρεια Ελλάδα και τη συγκέντρωση χρημάτων για τον εξοπλισμό τους. Η πρόταση έγινε δεκτή, αλλά η δημιουργία των σωμάτων τελικά δεν προχώρησε λόγω των απαγορευτικών διατάξεων των αρμόδιων κρατικών Αρχών.
Η ιστορία του Συλλόγου Ποντίων Οπλαρχηγών «Αλύτρωτος Πόντος» της Δράμας είναι η ιστορία ανθρώπων που πέρασαν από τον ένοπλο αγώνα στην προσφυγιά και από εκεί στη συλλογική οργάνωση και στη διατήρηση της ιστορικής τους μνήμης. Η Δράμα αποτέλεσε έναν από τους σημαντικούς τόπους εγκατάστασης αυτών των παλιών αγωνιστών. Οι δημόσιες εμφανίσεις τους με τις στολές τους, η δημιουργία των σωματείων τους και –κυρίως– η τεκμηριωμένη υποστήριξή τους στις πρώτες εμφανίσεις των χορευτών των «Αργοναυτών-Κομνηνών» αποτελούν στοιχεία μιας ιστορίας που αξίζει να ερευνηθεί ακόμη περισσότερο.
Η αναζήτηση των αυθεντικών φωτογραφιών της εμφάνισης στο Παναθηναϊκό Στάδιο το 1938, των πρακτικών του «Αλύτρωτου Πόντου», του καταστατικού του συλλόγου και της αλληλογραφίας με τους «Αργοναύτες-Κομνηνούς» μπορεί στο μέλλον να δώσει πολλές απαντήσεις. Οι Πόντιοι οπλαρχηγοί της Δράμας συνέβαλαν ενεργά στη μεταφορά της μνήμης και της παράδοσης του Πόντου από τη γενιά των ίδιων των αγωνιστών στις επόμενες γενιές του ποντιακού ελληνισμού.
Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Παυλίδης.
⸻

















