Τον δρόμο της επιστροφής για τους θρησκευτικούς και ιστορικούς θησαυρούς που είχαν λεηλατηθεί πριν από έναν αιώνα από τη βόρεια Ελλάδα ανοίγει η επίσημη συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας, προκαλώντας την άμεση και θερμή αντίδραση του Φαναρίου. Με επίσημη ανακοίνωσή του, το Οικουμενικό Πατριαρχείο εκφράζει την βαθιά του ικανοποίηση για την έναρξη της αποκατάστασης μιας ιστορικής αδικίας, χαιρετίζοντας τις συντονισμένες ενέργειες των δύο κυβερνήσεων.
Τα υπό επαναπατρισμό κειμήλια είχαν αποσπαστεί πριν από περισσότερα από 100 χρόνια από ιερούς ναούς και μοναστήρια της Μακεδονίας και της Θράκης, εκκλησιαστικές επαρχίες που υπάγονται στην κανονική δικαιοδοσία της Μητέρας Εκκλησίας.
Το Πατριαρχείο υπογραμμίζει ότι η παρούσα εξέλιξη αποτελεί μόνο την αφετηρία και προσδοκά την πλήρη επανένωση όλων των κλαπέντων αντικειμένων, επικαλούμενο την ηθική τάξη, το διεθνές δίκαιο αλλά και το πνεύμα συμμαχίας που διέπει δύο κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
«Το Οικουμενικό Πατριαρχείο μιλά για “έναρξη” της αποκατάστασης της αρπαγής των συγκεκριμένων θρησκευτικών και πολιτιστικών κειμηλίων που έγινε τότε, επειδή ελπίζει ότι αυτή η αποκατάσταση θα ολοκληρωθεί σύντομα, όπως επιβάλλουν η ηθική τάξη και το διεθνές δίκαιο, και ειδικότερα στο πλαίσιο των εγκάρδιων σχέσεων μεταξύ των δύο γειτονικών και συμμαχικών χωρών, που είναι και οι δύο μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης».
Η θετική αυτή τροπή έρχεται ως δικαίωση των πολυετών προσπαθειών της Κωνσταντινούπολης, καθώς ο ίδιος ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος είχε θέσει μετ’ επιτάσεως το ζήτημα στον πρόεδρο της Βουλγαρικής Δημοκρατίας κατά την επίσημη επίσκεψή του στη Σόφια.
Το Φανάρι προσδίδει οικουμενική διάσταση στο γεγονός, υποστηρίζοντας ότι η στάση της Σόφιας οφείλει να αποτελέσει παράδειγμα προς μίμηση για διεθνείς διεκδικήσεις. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στο αίτημα για την επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα, με το Πατριαρχείο να σημειώνει πως το παγκόσμιο αυτό μνημείο προσδοκά την επιστροφή των οργανικών μελών του που αποσπάστηκαν βίαια από τον φυσικό τους χώρο.

















