Δεν έζησε ο ίδιος τη Μικρασιατική Καταστροφή, μεγάλωσε όμως ακούγοντας από τους γονείς του όσα εκείνοι βίωσαν: την αιχμαλωσία, τη φυγή, τον αγώνα για επιβίωση και το δύσκολο ξεκίνημα σε μια άγνωστη πατρίδα.
Ο Αργύρης Μυλωνάς, τον οποίο ο Πολιτιστικός Σύλλογος Μικρασιατών Λιβαδειάς παρουσιάζει ως τον μακροβιότερο εν ζωή Μικρασιάτη δεύτερης γενιάς, παρέδωσε αυτές τις οικογενειακές μνήμες στις νεότερες γενιές.
«Η μαρτυρία μου είναι η μαρτυρία των γονιών μου. Έτσι όπως οι ίδιοι μας την έδιδαν», ανέφερε στην αρχή της αφήγησής του. Το κείμενο διαβάστηκε από τη Γεωργία Τυροπούλου, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Συλλόγου, κατά την εκδήλωση μνήμης που πραγματοποιήθηκε στις 20 Σεπτεμβρίου στο ναό Αγίου Παντελεήμονα και στο Μνημείο της Μικρασιάτισσας Μάνας στη Λιβαδειά.
Η απόδραση του πατέρα του
Πριν από τον ξεριζωμό, η οικογένεια ζούσε χωρίς στερήσεις, διαθέτοντας εκτάσεις γης, ζώα και ανθρώπους που εργάζονταν για εκείνη. Όλα ανατράπηκαν με τα γεγονότα που οδήγησαν στη Μικρασιατική Καταστροφή.
Ο πατέρας του Αργύρη Μυλωνά, Ιωάννης, είχε πολεμήσει στο μικρασιατική μέτωπο με τον ελληνικό στρατό. Όταν συνελήφθη, κλείστηκε μαζί με άλλους άνδρες σε μια αποθήκη. Κατάφερε, με τη βοήθεια ενός συγκρατουμένου του, να αφαιρέσει κεραμίδια από τη στέγη και να αποδράσει, ανοίγοντας στη συνέχεια το δρόμο για να απελευθερωθούν και οι υπόλοιποι.
Η περιπέτειά του, ωστόσο, δεν είχε τελειώσει. Συνελήφθη ξανά και επιβιβάστηκε μαζί με άλλους άνδρες σε μια βάρκα, με προορισμό τα ανοιχτά. Μαζί με έναν σύντροφό του πήραν την απόφαση να πέσουν στη θάλασσα και να κολυμπήσουν προς τη στεριά.
Ο δεύτερος άνδρας χάθηκε στα κύματα. Ο Ιωάννης, εξαντλημένος και με τα χέρια μουδιασμένα, συνέχισε να παλεύει με το νερό, ώσπου κατάφερε να φτάσει στη Σάμο. Από εκεί, ύστερα από ημέρες, βρέθηκε στον Πειραιά.
Το βρέφος που κράτησε ζωντανό
Την ίδια περίοδο, η μητέρα του Αργύρη Μυλωνά βίωνε τη δική της οδύσσεια. Εξαντλημένη και σημαδεμένη από μια πρόσφατη αποβολή, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τον τόπο της μαζί με την οικογένειά της.
Μέσα στο συνωστισμό και στον πανικό της φυγής, το μόλις τεσσάρων μηνών αδελφάκι της έπεσε στο έδαφος. Εκείνη το πήρε στην αγκαλιά της και, διασχίζοντας το πλήθος, κατάφερε να επιβιβαστεί σε μια βάρκα που απομακρυνόταν.
Το σώμα της εξακολουθούσε να έχει γάλα μετά την αποβολή. Έτσι, μέσα στο χάος του ξεριζωμού, μπόρεσε να θηλάσει το μικρό της αδελφάκι και να το κρατήσει στη ζωή.
Μια οικογένεια ξανά από την αρχή
Η άφιξη στην Ελλάδα δεν σήμανε το τέλος της δοκιμασίας. Οι οικογένειες είχαν διασκορπιστεί και για μεγάλο διάστημα κανείς δεν γνώριζε ποιοι είχαν επιζήσει. Μέσα από τις καταγραφές του Ερυθρού Σταυρού, οι συγγενείς άρχισαν σταδιακά να εντοπίζουν ο ένας τον άλλον και να ξανασμίγουν.
Ακολούθησε η προσωρινή εγκατάσταση και κατόπιν η ζωή στον προσφυγικό συνοικισμό. Άνθρωποι που είχαν αφήσει πίσω σπίτια, περιουσίες και μια ολόκληρη ζωή αναγκάστηκαν να ξεκινήσουν από το μηδέν.
Ο Ιωάννης και η Μαρία κατάφεραν να δημιουργήσουν ξανά την οικογένειά τους, αποκτώντας οκτώ παιδιά και φροντίζοντας παράλληλα συγγενείς που είχαν βρεθεί μαζί τους στην προσφυγιά. Ο πατέρας εργάστηκε αδιάκοπα, ώστε να θρέψει και να μορφώσει τα παιδιά του, ενώ αργότερα το οικογενειακό επίθετο άλλαξε σε «Μυλωνάς».
Οι πρόσφυγες, όπως υπενθύμισε μέσα από τη μαρτυρία του ο Αργύρης Μυλωνάς, δεν έφεραν στην Ελλάδα μόνο τις αναμνήσεις και τον πόνο τους. Μετέφεραν τον πολιτισμό, τη μουσική, τις παραδόσεις, τις αξίες και τις γεύσεις της πατρίδας που έχασαν, μπολιάζοντας με αυτά τη νέα τους ζωή.
«Χρέος να κρατήσουμε τη μνήμη ζωντανή»
Μετά την επιμνημόσυνη δέηση, ο Αργύρης Μυλωνάς κατέθεσε στεφάνι στο Μνημείο της Μικρασιάτισσας Μάνας, με τη βοήθεια του αντιπεριφερειάρχη Βοιωτίας και του δημάρχου Λεβαδέων.
Περισσότερο από έναν αιώνα μετά τον ξεριζωμό, η ιστορία των γονιών του παραμένει ζωντανή μέσα από τον ίδιο. Το μήνυμα που εκπέμπει είναι λιτό, αλλά βαρύ: «Έχουμε βαθιά ανθρώπινο χρέος να κρατήσουμε τη μνήμη ζωντανή».

















