Ένα χάλκινο κράνος με το όνομα ενός βασιλιά, μια μικροσκοπική σφραγίδα από τη σημαντική πόλη Τεϊσεμπαΐνι, μια παρωπίδα ίππου που βρέθηκε στην Ερέτρια και ένα πήλινο ειδώλιο από την Κύπρο με σκηνή παρασκευής ψωμιού.
Τα αντικείμενα αυτά προαναγγέλλουν τον κόσμο που θα ξεδιπλώσει η έκθεση «Αρχαία Αρμενία», την οποία ετοιμάζει το Μουσείο Ακρόπολης με περίπου 200 αρχαιότητες – εγκαινιάζεται στα μέσα Νοεμβρίου και θα διαρκέσει έως την άνοιξη του 2027.
Θα φιλοξενηθεί στην Αίθουσα Περιοδικών Εκθέσεων και θα ανοίξει έναν νέο κύκλο διοργανώσεων του Μουσείου για την ανάδειξη αρχαίων πολιτισμών. Κεντρικός της άξονας δεν θα είναι μόνο η ιστορία της Αρμενίας, αλλά και οι πολιτιστικές διαδρομές που συνέδεαν τα αρμενικά υψίπεδα με την Εγγύς Ανατολή, την ανατολική Μεσόγειο, την Κύπρο, την Κρήτη και το Αιγαίο.
Πέρα από τη χριστιανική Αρμενία
Ο αρμενικός πολιτισμός είναι διεθνώς γνωστός κυρίως μέσα από τη χριστιανική του παράδοση.
Η νέα έκθεση επιχειρεί να φωτίσει όσα προηγήθηκαν, καλύπτοντας μια εξαιρετικά μεγάλη χρονική διαδρομή: από τα Παλαιολιθικά Χρόνια και την Εποχή του Χαλκού έως την Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου, τα αρχαϊκά, κλασικά, ελληνιστικά και ρωμαϊκά χρόνια και τελικά την αυγή του Χριστιανισμού, τον 4ο αιώνα μ.Χ.

Κεραμικά, μεταλλικά αντικείμενα, όπλα, κοσμήματα, γλυπτά και αντικείμενα της καθημερινής ζωής θα συνθέσουν την εικόνα κοινωνιών που αναπτύχθηκαν σε μια περιοχή-σταυροδρόμι, ανάμεσα στον Καύκασο, την Ανατολία, τη Μεσοποταμία και το ιρανικό υψίπεδο.
Το ισχυρό βασίλειο του Ουραρτού
Ιδιαίτερη έμφαση θα δοθεί στο Ουραρτού, ένα από τα σημαντικότερα αλλά λιγότερο γνωστά βασίλεια της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου.
Το κράτος του Ουραρτού αναπτύχθηκε από τον 9ο αιώνα π.Χ. με κέντρο τα υψίπεδα γύρω από τη λίμνη Βαν και πρωτεύουσα την Τούσπα, στη σημερινή ανατολική Τουρκία. Στην περίοδο της μεγαλύτερης ακμής του εκτεινόταν σε περιοχές που σήμερα ανήκουν στην Αρμενία, την Τουρκία, το Ιράν και το Ιράκ, ενώ οι Ασσύριοι το αντιμετώπιζαν ως ισχυρό αντίπαλο στα βόρεια σύνορά τους.

Οι Ουράρτιοι άφησαν πίσω τους εντυπωσιακά οχυρωματικά έργα, επιγραφές, ναούς, συστήματα διαχείρισης νερού και μια ιδιαίτερα αναπτυγμένη μεταλλοτεχνία. Χάλκινα κράνη, ασπίδες, ζώνες, κοσμήματα και εξαρτήματα ίππων έφεραν συχνά βασιλικές επιγραφές και παραστάσεις θεών, τελετουργιών, κυνηγιού και πολέμου.
Από την Τεϊσεμπαΐνι στην Ερέτρια και τη Λάρνακα
Ανάμεσα στα αντικείμενα που έχουν ήδη παρουσιαστεί ως χαρακτηριστικά της έκθεσης βρίσκεται ένα χάλκινο κράνος με επιγραφή του βασιλιά Αργκίστι Α’, ο οποίος βασίλεψε από το 786 έως το 764 π.Χ. Το κράνος προέρχεται από το Καρμίρ Μπλουρ, όπου βρισκόταν η οχυρωμένη πόλη Τεϊσεμπαΐνι, και ανήκει στο Ιστορικό Μουσείο της Αρμενίας.

Από την ίδια περιοχή προέρχεται και μια σφραγίδα του 7ου αιώνα π.Χ., κατασκευασμένη από στεατίτη, η οποία επελέγη για την πρώτη παρουσίαση της διοργάνωσης.
Ξεχωριστή θέση αναμένεται να έχει μία χάλκινη παρωπίδα ίππου του 9ου αιώνα π.Χ., η οποία βρέθηκε στο Ιερό του Δαφνηφόρου Απόλλωνα στην Ερέτρια και φυλάσσεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ερέτριας. Η παρουσία της στην έκθεση είναι ιδιαιτέως σημαντική, καθώς προσφέρει μια απτή ένδειξη των επαφών και της κυκλοφορίας αντικειμένων ανάμεσα στην Ανατολή και το Αιγαίο.
Στη διαδρομή εντάσσεται ακόμη ένα πήλινο ειδώλιο του 6ου-5ου αιώνα π.Χ. από το Ιερό των Καμηλαργών στη Λάρνακα. Το αντικείμενο, το οποίο απεικονίζει σκηνή παρασκευής άρτου, προέρχεται από το Αρχαιολογικό Μουσείο Επαρχίας Λάρνακας.
Η συνεργασία Αθήνας και Ερεβάν
Η έκθεση αποτελεί καρπό της συνεργασίας ανάμεσα στο Μουσείο Ακρόπολης και το Ιστορικό Μουσείο της Αρμενίας.
Το σχετικό μνημόνιο υπογράφηκε στην Αθήνα τον Φεβρουάριο του 2026 από τον γενικό διευθυντή του Μουσείου Ακρόπολης, Νικόλαο Σταμπολίδη, και τον διευθυντή του Ιστορικού Μουσείου της Αρμενίας, Νταβίτ Πογοσιάν.
Κατά την υπογραφή του μνημονίου είχε ανακοινωθεί ότι η πρώτη κοινή έκθεση θα περιλάμβανε περισσότερα από 100 αντικείμενα από την προχριστιανική Αρμενία. Ο αριθμός έχει πλέον ανέλθει στις περίπου 200 αρχαιότητες, γεγονός που δείχνει ότι ο αρχικός σχεδιασμός διευρύνθηκε σημαντικά. Η συμφωνία προβλέπει επίσης ανταλλαγή επιστημονικής γνώσης και μουσειακής εμπειρίας ανάμεσα στα δύο ιδρύματα.
Μέχρι στιγμής, ο χρονικός ορίζοντας της έκθεσης προσδιορίζεται από τα μέσα Νοεμβρίου 2026 έως την άνοιξη του 2027. Αναμένονται η ακριβής ημερομηνία των εγκαινίων, η πλήρης διάρκεια, ο αναλυτικός κατάλογος των εκθεμάτων και το παράλληλο πρόγραμμα ξεναγήσεων και εκδηλώσεων.

















