Το casus belli επανέφερε η Αθήνα στον πυρήνα της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης, απαντώντας στις νέες αιτιάσεις της Άγκυρας για την αμυντική θωράκιση των ελληνικών νησιών.
Με αφορμή τις δηλώσεις του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών Χακάν Φιντάν, το ελληνικό ΥΠΕΞ απορρίπτει τόσο τους ισχυρισμούς περί «εργαλειοποίησης» της Ελλάδας για την αποσταθεροποίηση της περιοχής όσο και τις επαναλαμβανόμενες αξιώσεις περί αποστρατιωτικοποίησης των νησιών.
«Η στρατιωτικοποίηση των ελληνικών νησιών αποτελεί απειλή για την Τουρκία. Η Ελλάδα επιχειρεί να δράσει κατά παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων, εμείς θέλουμε να διατηρήσουμε σχέσεις καλής γειτονίας» δήλωσε ο επικεφαλής της τουρκικής διπλωματίας.
Η Αθήνα αντιστρέφει όμως την τουρκική επιχειρηματολογία περί «απειλής», υπενθυμίζοντας ότι η ίδια η Τουρκία εξακολουθεί να διατηρεί απειλή πολέμου εναντίον της Ελλάδας.
«Ο χαρακτηρισμός της αμυντικής θωράκισης ελληνικού εδάφους ως “απειλής” είναι όχι μόνο αστήρικτος, αλλά και οξύμωρος, όταν, κατά παράβαση του Διεθνούς Δικαίου, η Τουρκία εξακολουθεί να διατηρεί σε ισχύ απειλή πολέμου (casus belli) κατά της Ελλάδας», τόνισε ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών Παναγιώτης Γιαννακούλιας.
Το casus belli παραμένει σε ισχύ από το 1995, οπότε η τουρκική Εθνοσυνέλευση εξουσιοδότησε την κυβέρνηση να χρησιμοποιήσει ακόμη και στρατιωτικά μέσα σε περίπτωση επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων στο Αιγαίο πέραν των 6 ναυτικών μιλίων. Πρόκειται για κυριαρχικό δικαίωμα που απορρέει από το Διεθνές Δίκαιο.
Στο ζήτημα των νησιών, το ΥΠΕΞ ξεκαθαρίζει ότι:
• Το καθεστώς τους καθορίζεται από τις ισχύουσες διεθνείς συνθήκες.
• Οι τουρκικές αιτιάσεις περί αποστρατιωτικοποίησης στερούνται νομικού ερείσματος.
• Η Ελλάδα, ως κυρίαρχο κράτος, έχει δικαίωμα να λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για την άμυνα ολόκληρης της επικράτειάς της.
Παράλληλα, ο εκπρόσωπος του ΥΠΕΞ υπογράμμισε ότι η ελληνική εξωτερική πολιτική διαμορφώνεται «κυρίαρχα και ανεξάρτητα» και ότι η Ελλάδα έχει αποδείξει στην πράξη πως εργάζεται για την περιφερειακή σταθερότητα και δεν αποτελεί απειλή για κανέναν.
Παρά την οξεία απάντηση, η Αθήνα διατηρεί ανοιχτό το δίαυλο επικοινωνίας, θέτοντας όμως σαφή πολιτική προϋπόθεση: ο διάλογος και οι σχέσεις καλής γειτονίας απαιτούν πλήρη σεβασμό στο Διεθνές Δίκαιο και αποχή από απειλές και αβάσιμες διεκδικήσεις.

















