Ο πόλεμος ΗΠΑ-Ιράν παύει να αποτελεί μια μακρινή γεωπολιτική κρίση και φτάνει πλέον μέχρι το… ελληνικό καλοριφέρ. Οι νέες επιθέσεις σε δεξαμενόπλοια στον Περσικό Κόλπο διατηρούν το Brent πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, μόλις πέντε εβδομάδες πριν αρχίσει η διάθεση του πετρελαίου θέρμανσης.
Με βάση τις σημερινές τιμές της αγοράς, εάν η χειμερινή περίοδος άρχιζε τώρα, η μέση πανελλαδική τιμή του πετρελαίου θέρμανσης θα ξεπερνούσε τα 1,90 ευρώ το λίτρο.
Δεν πρόκειται ακόμη για την επίσημη τιμή εκκίνησης, καθώς μέχρι τον Οκτώβριο μπορούν να μεσολαβήσουν νέες μεταβολές. Αποτελεί, όμως, ισχυρή προειδοποίηση για το κόστος με το οποίο κινδυνεύουν να βρεθούν αντιμέτωπα τα νοικοκυριά.
Και αυτό γιατί, η σύγκρουση που ο Ντόναλντ Τραμπ προέβλεπε ότι θα διαρκέσει λίγες εβδομάδες έχει ήδη μπει στον έβδομο μήνα της, ενώ σύμβουλοί του δεν αποκλείουν να συνεχιστεί ακόμη και έως το 2029.
Από τα 1,10 στα 1,90 ευρώ το λίτρο
Τον Οκτώβριο του 2025 το πετρέλαιο θέρμανσης είχε κάνει πρεμιέρα κοντά στα 1,10 ευρώ το λίτρο. Η περσινή περίοδος έκλεισε τον Απρίλιο με την τιμή περίπου στα 1,80 ευρώ, καθώς η κρίση στη Μέση Ανατολή είχε ήδη προκαλέσει ισχυρές πιέσεις στην ενεργειακή αγορά.
Σήμερα η εικόνα είναι ακόμη δυσμενέστερη. Για μια πολυκατοικία που χρειάζεται 1.000 λίτρα τον μήνα, το κόστος θα ξεπερνούσε τα 1.900 ευρώ, έναντι 1.100 ευρώ στην έναρξη της προηγούμενης χειμερινής περιόδου.
Η διαφορά υπερβαίνει τα 800 ευρώ για την ίδια ποσότητα, πριν ακόμη έρθουν τα πρώτα κρύα.
Πώς φτάνει το Ορμούζ στην ελληνική αντλία
Η τιμή του Brent έχει αυξηθεί σχεδόν κατά 30% από τις αρχές Αυγούστου, καθώς οι εχθροπραξίες επεκτάθηκαν στα δεξαμενόπλοια και οι ροές μέσω του στενού του Ορμούζ περιορίστηκαν δραστικά.
Πριν από τον πόλεμο, από τη συγκεκριμένη θαλάσσια δίοδο περνούσε περίπου το ένα πέμπτο των παγκόσμιων ροών πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Οι ημερήσιες μεταβολές του Brent δεν μεταφέρονται αυτομάτως και στην ίδια έκταση στην ελληνική λιανική. Όταν, όμως, οι υψηλές διεθνείς τιμές διατηρούνται, περνούν σταδιακά στις τιμές των διυλισμένων προϊόντων, στα πρατήρια και τελικά στο κόστος μεταφοράς.
Ήδη το φυσικό αέριο στην Ευρώπη άγγιξε τα 81 ευρώ ανά μεγαβατώρα, εντείνοντας την ανησυχία για ένα νέο κύμα ενεργειακού πληθωρισμού.
Τα τρία σενάρια για τη θέρμανση
Το οικονομικό επιτελείο παρακολουθεί τόσο την ταχύτητα με την οποία οι διεθνείς ανατιμήσεις περνούν στην ελληνική αγορά όσο και τη διάρκεια της κρίσης. Εφόσον οι τιμές παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα, εξετάζονται τρεις βασικές παρεμβάσεις:
• Απευθείας επιδότηση στην αντλία για το πετρέλαιο θέρμανσης, ώστε η μείωση να αποτυπωθεί άμεσα στη λιανική τιμή.
• Αναπροσαρμογή του επιδόματος θέρμανσης, είτε ως προς τα ποσά είτε ως προς τα εισοδηματικά κριτήρια και τους κλιματικούς συντελεστές.
• Συμμετοχή των διυλιστηρίων, με εκπτώσεις και στο πετρέλαιο θέρμανσης, όπως έχει ήδη συμβεί με την αμόλυβδη και το ντίζελ κίνησης.
Το επίδομα θέρμανσης κυμαίνεται σήμερα από 100 έως 800 ευρώ. Σε περιοχές με αυξημένες ενεργειακές ανάγκες μπορεί να φθάσει τα 1.000 ευρώ, ενώ στις ψυχρότερες περιοχές της χώρας έως και τα 1.200 ευρώ.
Προς το παρόν πρόκειται για σενάρια και όχι για ειλημμένες αποφάσεις. Η τελική μορφή οποιασδήποτε παρέμβασης θα εξαρτηθεί από τη διάρκεια της αναταραχής και το δημοσιονομικό της κόστος.
Προς παράταση η επιδότηση στο ντίζελ
Πιο άμεσο θεωρείται το ενδεχόμενο να παραταθεί και τον Οκτώβριο η επιδότηση στο πετρέλαιο κίνησης. Η ενίσχυση που ισχύει για τον Σεπτέμβριο ανέρχεται σε 10 λεπτά ανά λίτρο, μαζί με τον ΦΠΑ, και εφαρμόζεται απευθείας στην αντλία.
Η παράτασή της για έναν ακόμη μήνα υπολογίζεται ότι θα κοστίσει περίπου 30 εκατ. ευρώ, ενώ από τον Απρίλιο το συνολικό κόστος των παρεμβάσεων για τη συγκράτηση της τιμής του ντίζελ έχει φθάσει τα 211 εκατ. ευρώ.
Στη διάθεση του οικονομικού επιτελείου απομένουν περίπου 130 εκατ. ευρώ από το υπερπλεόνασμα του 2025, ποσό που λειτουργεί ως περιορισμένη γραμμή άμυνας απέναντι σε μια νέα ενεργειακή έξαρση.
Άλλωστε, η τιμή του ντίζελ επηρεάζει το σύνολο σχεδόν της εφοδιαστικής αλυσίδας. Κάθε αύξηση στο κόστος μεταφοράς μπορεί να περάσει στις τελικές τιμές των τροφίμων και των υπόλοιπων προϊόντων, ενισχύοντας ξανά τον πληθωρισμό.

















