Κωνσταντινούπολη, 3 Σεπτεμβρίου 1920. Είκοσι τέσσερις ημέρες μετά την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών, τρεις πληρεξούσιοι των Ελλήνων του Πόντου απευθύνονταν στον Βρετανό ύπατο αρμοστή, ναύαρχο Σερ Τζον Μάικλ ντε Ρόμπεκ.
Η έκκλησή τους ήταν ευθεία: ζητούσαν από τη Μεγάλη Βρετανία να σώσει τους Έλληνες του Πόντου «από την εξόντωση», υποστηρίζοντας τη δημιουργία ανεξάρτητου ποντιακού κράτους, το οποίο θα συνδεόταν σε συνομοσπονδία με τη Γεωργία και την Αρμενία και θα τελούσε υπό βρετανική προστασία.
Το δισέλιδο αγγλόφωνο υπόμνημα φυλάσσεται στο Πολιτικό Αρχείο του Πόντου της Ευξείνου Λέσχης Θεσσαλονίκης και είναι διαθέσιμο ψηφιακά μέσα από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
Αποτυπώνει μια σύντομη αλλά κρίσιμη ιστορική στιγμή: τα σύνορα στην Ανατολή παρέμεναν ακόμη ανοιχτό ζήτημα και οι εκπρόσωποι των Ποντίων επιχειρούσαν να πείσουν τις Μεγάλες Δυνάμεις ότι η παραμονή του Πόντου υπό τουρκική κυριαρχία ισοδυναμούσε με καταδίκη του ελληνικού πληθυσμού.
Από το Πέρα προς τον Βρετανό ύπατο αρμοστή
Το υπόμνημα συντάχθηκε στην Κωνσταντινούπολη και απευθυνόταν στον ντε Ρόμπεκ, ο οποίος, εκτός από επικεφαλής του βρετανικού στόλου στη Μεσόγειο, ασκούσε καθήκοντα ύπατου αρμοστή στην οθωμανική πρωτεύουσα.
Οι τρεις άνδρες που παρουσιάζονταν ως πληρεξούσιοι των Ελλήνων του Πόντου ήταν:
• ο Βασίλειος Σ. Ιωαννίδης, έμπορος από την Τραπεζούντα και πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου του Πόντου,
• ο Λεωνίδας Ιασονίδης, δικηγόρος από την Κερασούντα και πρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης του Πόντου,
• ο Θεμιστοκλής Καζαντζόγλου, γιατρός από τα Σούρμενα και αντιπρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης.
Οι τρεις διέμεναν προσωρινά στο Hotel d’Orient, στο Πέρα της Κωνσταντινούπολης. Ζητούσαν από τον Βρετανό ύπατο αρμοστή να εξετάσει το αίτημά τους και να το διαβιβάσει στη βρετανική κυβέρνηση.
Όπως εξηγούσαν, είχαν εκλεγεί εκπρόσωποι των Ελλήνων του Πόντου και είχαν εξουσιοδοτηθεί από τις δύο Εθνοσυνελεύσεις που πραγματοποιήθηκαν στο Βατούμ τα καλοκαίρια του 1919 και του 1920.
Η εντολή τους ήταν να ζητήσουν την αναγνώριση και την προστασία των πολιτικών και ατομικών δικαιωμάτων των Ελλήνων που ζούσαν στα βιλαέτια της Τραπεζούντας, της Κασταμονής, της Σεβάστειας και του Ερζερούμ, στο σαντζάκι της Σαμψούντας, αλλά και εκείνων που είχαν καταφύγει προσωρινά στον Καύκασο.
«257.000 εκτοπισμένοι από 500 πόλεις και χωριά»
Για να τεκμηριώσουν την έκταση της καταστροφής, οι συντάκτες παρέθεταν συγκεκριμένους αριθμούς.
Σύμφωνα με το υπόμνημα, μέσα στα προηγούμενα πέντε χρόνια:
• 257.000 Έλληνες είχαν εκτοπιστεί από περίπου 500 πόλεις και χωριά προς το εσωτερικό της Μικράς Ασίας,
• περίπου 85.000 είχαν αναγκαστεί να καταφύγουν στον ρωσικό Καύκασο για να αποφύγουν τον εκτοπισμό,
• ενώ ο ελληνικός πληθυσμός του Πόντου και της ενδοχώρας του υπολογιζόταν σε περίπου 800.000 ανθρώπους.
Οι πληρεξούσιοι υποστήριζαν ακόμη ότι περίπου 550.000 Έλληνες βρίσκονταν στη Ρωσία, όπου είχαν καταφύγει σε διαφορετικές περιόδους κατά τα προηγούμενα 40 χρόνια.
Οι αριθμοί αυτοί αποτελούν εκτιμήσεις των συντακτών του υπομνήματος και όχι μεταγενέστερο, επιστημονικά επεξεργασμένο απολογισμό. Το ίδιο το κείμενο εμφανίζει μάλιστα μια αριθμητική απόκλιση: αρχικά αναφέρεται σε περίπου 800.000 Έλληνες στον Πόντο και αργότερα κάνει λόγο για 850.000 που παρέμεναν υπό τουρκική κυριαρχία.
Η ουσία της έκκλησης, ωστόσο, ήταν ξεκάθαρη. Οι συντάκτες περιέγραφαν την κατάσταση των Ελλήνων είτε στην Τουρκία είτε στον Καύκασο ως «κυριολεκτικά απελπιστική».
Οι πρόσφυγες στο Σοχούμ και το Βατούμ
Ιδιαίτερη αναφορά γινόταν στους Έλληνες του Πόντου που βρίσκονταν στον Καύκασο.
Σύμφωνα με το υπόμνημα, οι διώξεις των μπολσεβίκων τούς είχαν αναγκάσει να εγκαταλείψουν τις προσωρινές εστίες τους στο εσωτερικό και να συγκεντρωθούν στο Σοχούμ, στο Βατούμ και σε άλλες πόλεις.
Τα δεινά τους από την πείνα και τις ασθένειες περιγράφονταν ως αδύνατον να αποδοθούν με λόγια.
Οι εκπρόσωποι των Ποντίων υποστήριζαν ότι ο πληθυσμός βρισκόταν παγιδευμένος ανάμεσα σε δύο απειλές: τις τουρκικές διώξεις στον Πόντο και την πολιτική και στρατιωτική αστάθεια που είχε προκαλέσει η επικράτηση των μπολσεβίκων στον Καύκασο.
Η Συνθήκη των Σεβρών και ο Πόντος που έμενε εκτός
Η χρονική στιγμή κατά την οποία κατατέθηκε το υπόμνημα δεν ήταν τυχαία.
Η Συνθήκη των Σεβρών είχε υπογραφεί στις 10 Αυγούστου 1920, όμως δεν προέβλεπε τη δημιουργία ανεξάρτητου ποντιακού κράτους. Το άρθρο 89 παρέπεμπε στον πρόεδρο των ΗΠΑ Γούντροου Ουίλσον τον καθορισμό των συνόρων ανάμεσα στην Τουρκία και την Αρμενία στα βιλαέτια του Ερζερούμ, της Τραπεζούντας, του Βαν και του Μπιτλίς.
Οι Πόντιοι πληρεξούσιοι επεσήμαιναν ότι, ενώ άλλοι λαοί είχαν απελευθερωθεί από την οθωμανική κυριαρχία, είχαν αποκτήσει αυτονομία ή είχαν τεθεί υπό την προστασία κάποιας δύναμης, ο Πόντος παρέμενε υπό τουρκική διοίκηση και χωρίς κανέναν συμμαχικό έλεγχο.
Κατηγορούσαν παράλληλα τις τουρκικές δυνάμεις για δολοφονίες, βιασμούς, λεηλασίες και άλλα εγκλήματα σε βάρος των χριστιανικών πληθυσμών μετά την Ανακωχή του Μούδρου.
Κατά την εκτίμησή τους, τα γεγονότα αποδείκνυαν την ύπαρξη σχεδίου εξόντωσης των χριστιανών που εξακολουθούσαν να βρίσκονται υπό τουρκική κυριαρχία.
Το σχέδιο της συνομοσπονδίας
Η λύση που πρότειναν ήταν συγκεκριμένη: ο Πόντος έπρεπε να αποσπαστεί από την Τουρκία και να συγκροτηθεί σε ανεξάρτητο κράτος.
Στη συνέχεια, το κράτος αυτό θα συνδεόταν σε συνομοσπονδία με τη Γεωργία και την Αρμενία, με τις οποίες, όπως υποστήριζαν, οι Έλληνες του Πόντου διατηρούσαν φιλικές σχέσεις.
Οι πληρεξούσιοι ανέφεραν ότι είχαν ήδη συναντηθεί με εκπροσώπους της Γεωργίας και της Αρμενίας, καθώς και με τον Γεωργιανό υπουργό Εξωτερικών. Κατά το ίδιο το υπόμνημα, η πρόταση της συνομοσπονδίας είχε τύχει θετικής υποδοχής.
Η λογική τους ήταν ότι κανένα από τα τρία κράτη δεν μπορούσε μόνο του να αντιμετωπίσει τις πιέσεις της κεμαλικής Τουρκίας και της μπολσεβικικής Ρωσίας. Μια συνομοσπονδία υπό την προστασία της Μεγάλης Βρετανίας θα μπορούσε, πίστευαν, να λειτουργήσει ως ανάχωμα και απέναντι στις δύο δυνάμεις.
«Η ύπαρξή μας δεν μπορεί να εξασφαλιστεί» όσο ο Πόντος δεν αποσπάται από την Τουρκία, σημείωναν.
Οι 30.000 άνδρες
Οι συντάκτες δεν περιόριζαν το επιχείρημά τους στην ανθρωπιστική διάσταση.
Τόνιζαν ότι Πόντιοι υπηρετούσαν ήδη στον Ελληνικό Στρατό και πολεμούσαν στη Μικρά Ασία για τη συμμαχική υπόθεση. Υποστήριζαν επίσης ότι είχαν συγκροτηθεί συντάγματα και ότι, με τη βοήθεια της Ελλάδας, μπορούσαν να παρατάξουν 30.000 άνδρες στο πεδίο της μάχης.
Η αναφορά αυτή λειτουργούσε ως πολιτικό αντάλλαγμα: οι Έλληνες του Πόντου δεν ζητούσαν μόνο προστασία, αλλά παρουσίαζαν τον πληθυσμό τους ως δύναμη ικανή να συμβάλει στρατιωτικά στη διαμόρφωση της μεταπολεμικής τάξης στον Καύκασο και στη Μικρά Ασία.
Όπως και οι πληθυσμιακοί αριθμοί, η δυνατότητα παράταξης 30.000 ανδρών αποτελεί ισχυρισμό των πληρεξουσίων μέσα σε ένα κείμενο διπλωματικής διεκδίκησης.
Η έκκληση που έμεινε χωρίς αποτέλεσμα
Το υπόμνημα κατέληγε με την παράκληση να διαβιβαστεί στη βρετανική κυβέρνηση και με την πιο δραματική φράση του:
Οι εκπρόσωποι του Πόντου ικέτευαν τη Μεγάλη Βρετανία να τους σώσει από την εξόντωση.
Δύο μήνες αργότερα, στις 22 Νοεμβρίου 1920, ο Γούντροου Ουίλσον εξέδωσε τη διαιτητική απόφασή του για τα σύνορα Τουρκίας και Αρμενίας. Σε αυτήν σημείωνε ότι γνώριζε το αίτημα των Ποντίων για ενότητα και αυτονομία της περιοχής του Εύξεινου Πόντου, διευκρίνιζε όμως ότι η εντολή που είχε λάβει δεν του επέτρεπε να αποφασίσει για την ανεξαρτησία ή την αυτονομία του Πόντου.
Η απόφασή του προέβλεπε την ένταξη της πόλης και του λιμανιού της Τραπεζούντας στην Αρμενία, προκειμένου το νέο κράτος να αποκτήσει πρόσβαση στη θάλασσα. Η απόφαση, όπως και η ίδια η Συνθήκη των Σεβρών, δεν εφαρμόστηκε.
Τελικά, ούτε ο ανεξάρτητος Πόντος ούτε η συνομοσπονδία με τη Γεωργία και την Αρμενία πραγματοποιήθηκαν.
Ωστόσο, το δισέλιδο υπόμνημα της 3ης Σεπτεμβρίου 1920 διασώζει τη στιγμή κατά την οποία οι εκπρόσωποι των Ελλήνων του Πόντου παρουσίαζαν στις Μεγάλες Δυνάμεις όχι μόνο μια προειδοποίηση για όσα συνέβαιναν, αλλά και ένα ολοκληρωμένο πολιτικό και στρατιωτικό σχέδιο για την αποτροπή της καταστροφής.

















