Το Τσερνοπόλιε είναι ένα χωριό πλησίον του Μπελογκόρσκ της Κριμαίας. Ιδρύθηκε από Έλληνες με την ονομασία Καρατσόλ, που στη διάλεκτο των Τατάρων της Κριμαίας σημαίνει «μαύρη στέπα». Στα νεότερα χρόνια το χωριό μετονομάστηκε σε Τσερνοπόλιε, που σημαίνει το ίδιο στα ρωσικά. Πώς όμως βρέθηκαν οι Έλληνες εκεί και από που προέρχονται;

Μετά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο 1828-1829, οι Έλληνες της Μικράς Ασίας και των Βαλκανίων μετοίκησαν μαζικά στη Ρωσική Αυτοκρατορία, ιδίως στις περιοχές του Καυκάσου και της Ταυρίδας. Μεταξύ αυτών υπήρξαν και Θράκες, οι οποίοι κατοικούσαν στα ορεινά της οροσειράς Στράντζα στην Ανατολική Θράκη, πλησίον της αρχαίας Θυνίας του Ευξείνου Πόντου.
Οι Ανατολικοθρακιώτες αυτοί αρχικά έφθασαν μέσω της θάλασσας στη Θεοδοσία της Κριμαίας στις 10 Απριλίου του 1830 και κατοίκησαν στην ευρύτερη περιοχή.
Τρεις δεκαετίες μετά, στα 1864, καταγράφεται η ύπαρξη του οικισμού Καρατσόλ, αποτελούμενου από μόλις 24 άτομα.

Βασική τους ενασχόληση ήταν η σιτοκαλλιέργεια, τα οπωροκηπευτικά, η καπνοκαλλιέργεια και η κτηνοτροφία.
Το 1871 έλαβαν τη ρωσική υπηκοότητα, διατηρώντας τα ελληνικά τους επίθετα με τις ρωσικές καταλήξεις οβ/εβ.
Οι πρώτοι κάτοικοι του οικισμού είχαν φέρει από τη Θράκη εικόνες των αγίων ισαποστόλων Κωνσταντίνου και Ελένης, καθώς και άλλα εκκλησιαστικά κειμήλια, τα οποία τοποθέτησαν σε ένα αυτοσχέδιο προσκυνητάρι από πέτρες και χώμα. Το 1907 η κοινότητα ίδρυσε τον ναό της, αφιερωμένο τους ισαποστόλους Κωνσταντίνο και Ελένη. Ο ναός ακολουθούσε το αρχιτεκτονικό πρότυπο των εκκλησιών της Θράκης.
Σταδιακά ο πληθυσμός του Καρατσόλ αυξήθηκε σε 270 άτομα το 1887 και σε 537 το 1915. Από το 1887 το χωριό διατηρούσε ενοριακό σχολείο όπου διδασκόταν η ελληνική γλώσσα.

Η επικράτηση του κομμουνισμού διατάραξε την ομαλή ζωή, καθώς το 1930 ο ναός του χωριού έκλεισε για να μετατραπεί σε… λέσχη και κινηματογράφο, ενώ τα φερμένα από τη Θράκη ιερά του κειμήλια κατασχέθηκαν και εξαφανίστηκαν. Οι χωρικοί κατάφεραν να κρύψουν μόνον τρεις εικόνες φερμένες από τη Θράκη.
Στο θρακικό ιδίωμα του Καρατσόλ οι εικόνες αποκαλούνταν και «παππούδες», πιθανώς επειδή οι πρώτες εικόνες του χωριού ήταν φερμένες από τους παππούδες τους από τη Θράκη.
Επί κομμουνισμού το χωριό αρχικά διατηρούσε την ελληνική του ταυτότητα, παρά την παρουσία αλλογενών, καθώς η πληθυσμιακή του σύνθεση το έτος 1939 ήταν 487 άτομα, εκ των οποίων: 397 Έλληνες, 80 Ρώσοι, 7 Βούλγαροι, 2 Τσέχοι και 1 Ουκρανός.
Πολύ σύντομα, το 1944, ακολούθησε η εξορία των Ελλήνων του χωριού, στο πλαίσιο των εκτοπισμών των ελληνικών πληθυσμών όλης σχεδόν της Σοβιετικής Ένωσης. Οι περισσότεροι Έλληνες του Καρατσόλ οδηγήθηκαν στα Ουράλια, κουβαλώντας μαζί τους τις δύο από τις τρεις εικόνες που κατάφεραν να διασώσουν από το καθεστώς.
Ταυτόχρονα με τον εκτοπισμό των Ελλήνων, το κράτος αντικατέστησε τον πληθυσμό από αλλογενείς που μπήκαν στα έτοιμα σπίτια. Το 1948 το χωριό μετονομάστηκε σε Τσερνοπόλιε.
Μια εικοσαετία αργότερα, στα 1960 και 1970 ένα μέρος των εξορίστων επέστρεψαν σε ένα χωριό το οποίο είχε χάσει πλέον την προηγούμενη του ταυτότητά του.

Οι παλιννοστήσαντες αυτοί ήταν περίπου 200 άτομα. Βρισκόμενοι ως μειονότητα σε ένα πολυεθνικό και κατά βάση ρωσόφωνο χωριό, χωρίς ελληνικό σχολείο και χωρίς ναό, άρχισαν σταδιακά να ξεχνούν τη μητρική τους γλώσσα.
Μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού, το 1992 ο ναός των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης επέστρεψε στη δικαιοδοσία των Ελλήνων.
Το ίδιο έτος η ελληνική μειονότητα ίδρυσε το πνευματικό κέντρο «Καρατσόλ». Επειδή ο ναός ήταν σε πολύ κακή κατάσταση, χρειάστηκαν άλλα επτά χρόνια εργασιών συντήρησης και αποκατάστασης για να μπορέσει να επαναλειτουργήσει ως εκκλησία.

Από το 1994 οι Θρακιώτες του Τσερνοπόλιε αναβίωσαν το παραδοσιακό «Παναήρ» –ένα πανηγύρι προς τιμή των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στις 2 Ιουνίου. Από το βράδυ τελείται εσπερινός και ολονύκτια προσευχή. Το πρωί της 3ης Ιουνίου ανάβουν κεριά και πραγματοποιούν ζωοθυσία, το λεγόμενο «κουρμπάνι». Ακολουθεί Θεία Λειτουργία, λιτανεία προς την πηγή «Αγίασμα» και αγιασμός.

Από το κρέας του θυσιασμένου ζώου ετοιμάζεται κοινό γεύμα, το οποίο μοιράζεται σε όλη την κοινότητα. Ακολουθεί υπαίθρια γιορτή με τραγούδια, χορούς, ιππικές επιδείξεις και αγώνα πάλης –τη λεγόμενη «παλαίστρια». Στο «Παναήρ» κάθε χρόνο συρρέουν Έλληνες από όλη την Κριμαία για να συμμετάσχουν στις εκδηλώσεις.

Καθώς στην περιοχή της Στράντζας, από όπου προέρχονται οι Έλληνες του Τσερνοπόλιε, τελούνταν τα Αναστενάρια –η πυροβασία, το χωριό διατηρούσε την πρακτική αυτή μέχρι και τα τέλη του 20ού αιώνα. Σήμερα η πυροβασία πλέον δεν τελείται.
Στην απογραφή του 2001 μόνον οι 30 από τους 100 Έλληνες του χωριού, δήλωσαν την ελληνική ως μητρική γλώσσα.
Μια έρευνα του 2025 διαπίστωσε ότι μόνο ελάχιστοι ηλικιωμένοι είναι φυσικοί ομιλητές του θρακικού ιδιώματος.

Από το 2003 στο χωριό έχει ανιστορηθεί η παραδοσιακή θρακική αγροτική κατοικία, η οποία αποτελεί μουσείο, το Ελληνικό Πολιτιστικο-Εθνογραφικό Κέντρο «Καρατσόλ».

Εντός του εκτίθενται θρακιώτικες φορεσιές, χειροποίητα χαλιά, χάλκινα και πήλινα σκεύη κ.ά.


















