Λίγες ημέρες πριν από την επέτειο της Μικρασιατικής Καταστροφής, γυρίζουμε το βλέμμα όχι στη φωτιά και στον ξεριζωμό, αλλά στη ζωή που προηγήθηκε. Στη Σμύρνη της προκυμαίας, του εμπορίου και των πολλών γλωσσών – και στις Ελληνίδες της, που άφηναν ισχυρή εντύπωση στους ξένους επισκέπτες.
Περιηγητές, συγγραφείς και δημοσιογράφοι του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα επανέρχονταν επίμονα στην ομορφιά, στην κομψότητα, στη φωνή, στο βάδισμα και στους τρόπους τους. Πίσω όμως από τις εξιδανικευμένες περιγραφές, διακρίνεται κάτι περισσότερο: η εικόνα γυναικών με έντονη παρουσία στην κοινωνική ζωή μιας ακμαίας, κοσμοπολίτικης πόλης.
Τις μαρτυρίες αυτές συγκέντρωσε ο γεννημένος στη Σμύρνη δημοσιογράφος και συγγραφέας Χρήστος Σωκρ. Σολομωνίδης στο βιβλίο του Ύμνος και θρήνος της Σμύρνης, το οποίο εκδόθηκε στην Αθήνα το 1956.
Διαβασμένα σήμερα, τα κείμενα φέρουν αναπόφευκτα τις αντιλήψεις και τις υπερβολές της εποχής τους. Σχεδόν όλοι οι συγγραφείς στέκονται πρώτα στην εξωτερική εμφάνιση. Μέσα στις περιγραφές τους ωστόσο, εμφανίζονται λεπτομέρειες για την ενδυμασία, τη φροντίδα του σπιτιού, την ανάγνωση, το εργόχειρο, τη φιλοξενία και –κυρίως– την ορατή παρουσία των Σμυρναίων στον δημόσιο χώρο.
«Οι ωραιότερες απ’ όλες»
«Αξιοσημείωτη είναι η ομορφιά των Ελληνίδων της Σμύρνης», έγραφε ο Emmerson, συγκρίνοντάς τες με τις γυναίκες άλλων περιοχών του ελληνικού κόσμου. Το συμπέρασμά του ήταν κατηγορηματικό: «Οι γυναίκες, όμως, της Σμύρνης είναι αναμφισβήτητα οι ωραιότερες απ’ όλες».
Στο ίδιο μοτίβο κινούνταν ο Albert Smith και ο Paul Eudel, ενώ ο Schroeder σημείωνε: «Είδαμε ωραίες γυναίκες στη Σμύρνη. Μερικές, μάλιστα, ήταν εξαιρετικής ομορφιάς. Είχαν μάτια απερίγραπτα ωραία και μαλλιά σαν το κοράκι, ολόμαυρα».
Ο John Carne δεν έμενε μόνο στα εξωτερικά χαρακτηριστικά. Παρατηρούσε ότι οι Ελληνίδες της Σμύρνης συνδύαζαν ευρωπαϊκούς και ανατολίτικους τρόπους, μια διαπίστωση που αντανακλά τον χαρακτήρα της ίδιας της πόλης: στραμμένη προς την Ευρώπη και ταυτόχρονα βαθιά δεμένη με την Ανατολή.

Ο Faucher συνέδεε ακόμη και την περίφημη για την ομορφιά της κόμισσα Ποστόζκα με τον Βουτζά της Σμύρνης. Ο Eugène de Villeneuve μνημόνευε τη Σμυρναία Φοντόν, η οποία εντυπωσίαζε τους Γάλλους αξιωματικούς, ενώ ο Guys παρομοίαζε τη Βανλένεπ με τη Λάουρα του Πετράρχη.
Ο Maxime Du Camp έγραφε: «Το πρόσωπό τους λάμπει και αστράφτουν τα μάτια τους. Από το κόκκινο κάλυμμα της κεφαλής τους κυλούν μακριές κοτσίδες ολόμαυρων μαλλιών».
Η Dora d’Istria, στο βιβλίο της για τις γυναίκες της Ανατολής, σημείωνε ότι η Σμύρνη είχε πλήθος όμορφων γυναικών. Ο δε Krumbacher το συνόψιζε σε μία φράση: «Οι ωραίες Σμυρναίες» – Die schönen Smyrnerinnen.
Στην προκυμαία της Σμύρνης
Ο Charles Rolland, ο οποίος επισκέφθηκε τη Σμύρνη το 1849, έδωσε μία από τις λεπτομερέστερες περιγραφές τους. Οι γυναίκες και οι κοπέλες, έγραφε, κρατούσαν κάποιο εργόχειρο, αλλά δεν αδιαφορούσαν ποτέ για την εμφάνισή τους.
«Η ομορφιά είναι η δόξα και ο θρίαμβός τους», σημείωνε. «Το ωοειδές πρόσωπο των Σμυρναίων, τα βελούδινα μάτια τους, τα γραμμωτά φρύδια τους, τα πλούσια μαλλιά τους και το κεχριμπαρένιο πρόσωπό τους σε σαγηνεύουν».
Περιέγραφε ακόμη τις μικρές ζακέτες, τις φούστες και τα περίτεχνα χτενίσματά τους, ξεχωρίζοντας ανάμεσα στις καστανές γυναίκες της πόλης και ορισμένες ξανθές, τις οποίες θεωρούσε ότι άγγιζαν «την ιδανική τελειότητα».
Ο Gaston Deschamps, από την πλευρά του, τις τοποθετούσε στο φυσικό σκηνικό της κοσμοπολίτικης Σμύρνης: την προκυμαία.
«Οι γυναίκες της Σμύρνης είναι πολύ ωραίες. Προκαλούν το θαυμασμό καθώς τα απογεύματα περπατούν νωχελικά στην προκυμαία», έγραφε.
Δεν παρατηρούσε μόνο τα χαρακτηριστικά τους, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο μιλούσαν: «Μιλούν αργά, μακρόσυρτα και με φωνή μελωδική. Το -ρ- κυλιέται στο ρεύμα του λόγου όπως το χαλίκι στο χείμαρρο. Χειρονομίες συνοδεύουν τις ομιλίες τους».

Η εικόνα του είναι σχεδόν κινηματογραφική: γυναίκες να περπατούν δίπλα στη θάλασσα, να συνομιλούν και να γελούν, ενώ γύρω τους κινούνται έμποροι, ναυτικοί και ταξιδιώτες από διαφορετικές χώρες.
Η φιλοκαλία, το σπίτι και η φιλοξενία
Δεν έγραψαν όμως, μόνο οι ξένοι. Οι Έλληνες λογοτέχνες και δημοσιογράφοι που επισκέφθηκαν τη Σμύρνη άφησαν τις δικές τους περιγραφές.
Ο Θ. Βενετσάνος, δημοσιεύοντας το 1873 τις εντυπώσεις του στο περιοδικό Ανατολική Επιθεώρησις, θεωρούσε ότι αυτό που προσέλκυε περισσότερο την προσοχή δεν ήταν μόνο η εμφάνιση των Σμυρναίων, αλλά η φιλοκαλία, η καθαριότητα και η φροντίδα του σπιτιού τους.
Η Καλλιρόη Παρρέν τις περιέγραφε ως «ωραίες, φιλόκαλες και λίαν φιλάρεσκες». Συνέδεε, μάλιστα, την αγάπη τους για την πολυτέλεια με τον πλούτο και το ακμαίο εμπόριο της Ιωνίας, την οποία αποκαλούσε «Παρίσι της Ελλάδας». Παράλληλα, εξήρε τη μαγειρική και τη ζαχαροπλαστική των γυναικών της Σμύρνης.

Πολύτιμη είναι και η μαρτυρία του Γ. Παρασκευόπουλου, ο οποίος επισκέφθηκε την πόλη το 1904. Περιέγραφε τη Σμυρναία ως περιποιημένη αλλά και δραστήρια. Την έβλεπε στο σαλόνι, κοντά στην είσοδο του σπιτιού, να εργάζεται, να διαβάζει ή να ράβει.
Τα απογεύματα, οι γυναίκες κάθονταν σε κύκλο στις εισόδους των σπιτιών, συνομιλούσαν, γελούσαν και αστειεύονταν. Εκείνο που φαίνεται σήμερα ίσως σημαντικότερο από τις αναφορές στην ομορφιά τους είναι η άνεση με την οποία καταλάμβαναν τον κοινωνικό χώρο της γειτονιάς.
«Η φιλοξενία είναι χαρακτηριστικό των κυριών Σμυρναίων», κατέληγε ο Παρασκευόπουλος. «Είναι αρετή την οποία κληρονόμησαν από τους πατέρες τους».
Οι ύμνοι των Ελλήνων λογοτεχνών
Ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, στο βιβλίο του Με του Βορηά τα κύματα, έγραφε με τον δικό του πληθωρικό τρόπο:
«Όλες οι νεάνιδες της Σμύρνης είναι ωραίες, όλες ανθηρές, όλες δροσερές».
Ο Αλέξανδρος Πάλλης, όταν επισκέφθηκε για πρώτη φορά τη Σμύρνη το 1901, προτίμησε να απευθυνθεί στον ίδιο τον Όμηρο:
— Γέρο μου, τι τραγουδάς
τους άγριους μαχαιράδες
που ή μεταξύ τους τρώγονται
ή τρώνε με τις οκάδες
βαριά βοδιών κομμάτια;
Γέρος κι εγώ, μα ομηρικό
αν όριζα κοντύλι,
Σμυρνιάς θε να ζωγράφιζα
τα κοραλλένια χείλη
και τα μαριόλα μάτια.
Στα χρόνια της ελληνικής διοίκησης, από το 1919 έως το 1922, οι περιγραφές πλήθυναν. Αθηναίος δημοσιογράφος χαρακτήριζε τις Κορδελιώτισσες «ζωντανές ομορφιές» και «λουλούδια πραγματικά», ενώ ο Άγγελος Τανάγρας θεωρούσε ότι πουθενά αλλού δεν είχε διατηρηθεί τόσο έντονα ο τύπος της κλασικής ομορφιάς των αρχαίων αγαλμάτων.
Περισσότερο από ένα εγκώμιο στην ομορφιά
Οι μαρτυρίες αυτές δεν μας λένε ολόκληρη την ιστορία των γυναικών της Σμύρνης. Μας δείχνουν πρωτίστως τι επέλεξαν να δουν και να καταγράψουν οι επισκέπτες, οι περισσότεροι άνδρες, μιας άλλης εποχής.
Εντούτοις, εάν διαβαστούν πίσω από τα εγκώμια και τις υπερβολές, αποκαλύπτουν κάτι ουσιαστικότερο: γυναίκες που ήταν ορατές στη ζωή της πόλης, περπατούσαν στην προκυμαία, διάβαζαν, έραβαν, δημιουργούσαν, υποδέχονταν επισκέπτες και συμμετείχαν στην κοινωνική ζωή των συνοικιών.
Είναι, τελικά, ένα ακόμη κομμάτι της Σμύρνης πριν από το θρήνο. Της πόλης που υπήρχε πριν από το 1922 και την οποία οι πρόσφυγες συνέχισαν να κουβαλούν στη μνήμη, στις συνήθειες και στις οικογενειακές αφηγήσεις τους.

















