Η Ουάσιγκτον ανεβάζει κατακόρυφα την πίεση στην Τεχεράνη, επιχειρώντας να ενισχύσει τον οικονομικό «στραγγαλισμό» του Ιράν, την ώρα που επτά χώρες καλούν το Ισραήλ να αναστείλει την επέκταση του εποικισμού στη Δυτική Όχθη. Οι δύο εξελίξεις διαμορφώνουν νέα δεδομένα στη Μέση Ανατολή, με την οικονομική πίεση να βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της αμερικανικής στρατηγικής.
Πίεση στην Τεχεράνη και προειδοποιήσεις
Η κυβέρνηση των ΗΠΑ ασκεί πιέσεις στους συμμάχους της αλλά και στην Κίνα, ζητώντας να ευθυγραμμιστούν με την προσπάθεια ενίσχυσης των οικονομικών πιέσεων κατά του Ιράν. Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ προειδοποίησε ότι όποια χώρα διατηρεί σχέσεις με την Τεχεράνη θα αντιμετωπίσει συνέπειες, υποστηρίζοντας ότι η οικονομική πίεση μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε «πτώση του καθεστώτος» χωρίς να χρειαστεί επανάληψη μεγάλης κλίμακας στρατιωτικών επιχειρήσεων.
«Όποια χώρα διατηρεί σχέση με την Τεχεράνη θα επισπεύσει την πορεία της οικονομίας της προς τη λήθη, είτε αυτή η σχέση οικοδομείται με κάποιον σκοπό είτε επειδή αγνοείται εσκεμμένα», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών.
Η Τεχεράνη απάντησε κατηγορώντας την Ουάσιγκτον για «οικονομική τρομοκρατία».
Ο Μπέσεντ κατέστησε παράλληλα σαφές ότι η Κίνα αποτελεί βασικό κρίκο της αμερικανικής προσπάθειας. Περισσότερο από το ένα τέταρτο των εμπορικών ανταλλαγών του Ιράν το 2024 πραγματοποιήθηκε με την Κίνα, η οποία αποτελεί σημαντικό αγοραστή ιρανικού πετρελαίου, που η Τεχεράνη συνεχίζει να εξάγει παρά τις κυρώσεις.
Νέα πίεση και στη Χεζμπολάχ
Στο πλαίσιο της κλιμάκωσης των οικονομικών μέτρων, η Ουάσιγκτον ανακοίνωσε επίσης νέα μέτρα σε βάρος της Χεζμπολάχ του Λιβάνου, λόγω των σχέσεών της με τους Φρουρούς της Επανάστασης του Ιράν. Την ίδια ώρα, οι ΗΠΑ επιβάλλουν ναυτικό αποκλεισμό στα ιρανικά λιμάνια στον Κόλπο και διατηρούν σειρά κυρώσεων σε βάρος της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Η οικονομία του Ιράν, που βρίσκεται ήδη υπό πίεση έπειτα από δεκαετίες κυρώσεων, δοκιμάζεται ακόμη περισσότερο από την παρατεταμένη σύγκρουση.
Επτά χώρες απέναντι στο σχέδιο E1
Την ίδια ώρα, ένα ακόμη μέτωπο ανοίγει γύρω από το Ισραήλ και τη Δυτική Όχθη. Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Βρετανία, Ολλανδία, Καναδάς και Νορβηγία κάλεσαν το Ισραήλ να «βάλει τέλος στην επέκταση του εποικισμού της Δυτικής Όχθης» και να αποσύρει άμεσα την πρόσκληση για την υποβολή προσφορών που αφορά την ανέγερση περισσότερων από 1.200 ακινήτων στο πλαίσιο του έργου E1.
Οι επτά κυβερνήσεις χαρακτηρίζουν την εξέλιξη ιδιαίτερα ανησυχητική, καθώς, όπως επισημαίνουν, η Δυτική Όχθη βρίσκεται σε περίοδο σοβαρής αστάθειας, με υψηλά επίπεδα βίας εποίκων εναντίον πολιτών και σημαντικούς περιορισμούς στην παλαιστινιακή οικονομία. Σύμφωνα με την κοινή ανακοίνωση, η υλοποίηση του E1 θα υπονομεύσει τις προοπτικές της λύσης των δύο κρατών, καθώς θα επηρεάσει την εδαφική συνέχεια των παλαιστινιακών εδαφών. Το σχέδιο E1 αφορά την κατασκευή περίπου 3.400 κατοικιών σε έκταση 12 τετραγωνικών χιλιομέτρων, ανάμεσα στον οικισμό Μααλέ Αντουμίμ και την ανατολική Ιερουσαλήμ.
Οι επτά χώρες προειδοποιούν ότι η συγκεκριμένη ανάπτυξη θα μπορούσε να διαχωρίσει τις παλαιστινιακές κοινότητες στον βορρά από εκείνες στον νότο και να απομονώσει ακόμη περισσότερο την ανατολική Ιερουσαλήμ από τα παλαιστινιακά εδάφη. Παράλληλα, προειδοποιούν τις επιχειρήσεις που ενδέχεται να συμμετάσχουν στη διαδικασία υποβολής προσφορών, επισημαίνοντας ότι θα πρέπει να λάβουν υπόψη τις πιθανές νομικές συνέπειες από την εμπλοκή τους σε κατασκευαστικά έργα.

















