Στην κατηγορία των σεισμών ενδιαμέσου βάθους κατατάσσεται ο ισχυρός σεισμός των 7,4 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ που έπληξε την Κολομβία, σύμφωνα με όσα δήλωσε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο καθηγητής Φυσικής Λιθόσφαιρας, Σεισμολογίας και Εφαρμοσμένης Γεωφυσικής του Τμήματος Γεωλογίας του ΑΠΘ Κώστας Παπαζάχος.
Ο σεισμός γεννήθηκε σε εστιακό βάθος περίπου 110 χιλιομέτρων, εντός της ωκεάνιας πλάκας Νάζκα, η οποία υποβυθίζεται κάτω από τη Νότια Αμερική φτάνοντας έως και σε βάθη 650 χιλιομέτρων. Πρόκειται για μια εντελώς διαφορετική σεισμοτεκτονική διαδικασία από αυτή των συνηθισμένων επιφανειακών σεισμών, όπως εκείνων που σημειώθηκαν πρόσφατα στη Βενεζουέλα και συνδέονταν με τη δραστηριότητα ρηγμάτων στα όρια της Καραϊβικής και της Νότιας Αμερικής.
Τα τρία βασικά γνωρίσματα των σεισμών ενδιαμέσου βάθους
Όπως εξήγησε ο Κώστας Παπαζάχος, οι σεισμοί αυτοί διακρίνονται από τρία συγκεκριμένα χαρακτηριστικά:
- Απουσία ισχυρών μετασεισμών: Κατά κανόνα δεν εμφανίζουν σχεδόν καθόλου ισχυρή μετασεισμική ακολουθία.
- Μειωμένη ένταση στην επιφάνεια: Το μεγάλο εστιακό βάθος αναγκάζει τα σεισμικά κύματα να διανύσουν μεγαλύτερη απόσταση (110 χλμ.) μέχρι το έδαφος, με αποτέλεσμα να εξασθενούν σε σύγκριση με έναν αντίστοιχο επιφανειακό σεισμό.
- Μεγάλη γεωγραφική έκταση: Γίνονται αισθητοί και επηρεάζουν πολύ ευρύτερες περιοχές.
Παρά το βάθος του, επειδή ο σεισμός της Κολομβίας είχε μεγάλο μέγεθος, οι εδαφικές κινήσεις ήταν ιδιαίτερα ισχυρές, φτάνοντας τη μέγιστη επιτάχυνση περίπου στο 20% της επιτάχυνσης της βαρύτητας (γύρω στο 0,2G).
Η σύγκριση με τους σεισμούς σε Κύθηρα-Λεωνίδιο
Οι καταστροφικές επιπτώσεις δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από το μέγεθος και το βάθος μιας δόνησης, αλλά καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό από την τρωτότητα των υποδομών. Στην Κολομβία, ο συνδυασμός του μεγάλου μεγέθους, της εκτεταμένης περιοχής που επηρεάστηκε και του ευάλωτου κτιριακού αποθέματος –με κατασκευές σχεδόν χωρίς αντισεισμική προστασία– οδήγησε σε καταρρεύσεις και ανθρώπινες απώλειες.
Τέτοια φαινόμενα δεν είναι άγνωστα στον ελληνικό χώρο, καθώς ανάλογοι σεισμοί εκδηλώνονται στο εξωτερικό ελληνικό τόξο (Κρήτη, Ρόδος, νότια Πελοπόννησος).
Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν ο σεισμός των Κυθήρων το 2006 (μεγέθους 6,8) και ο σεισμός του Λεωνιδίου το 2008, αν και εκείνος της Κολομβίας ήταν πολύ μεγαλύτερος.
Τέλος, ο σεισμολόγος σημείωσε ότι η Νότια Αμερική αποτελεί περιοχή που έχει δώσει τους ισχυρότερους σεισμούς παγκοσμίως (όπως τον επιφανειακό σεισμό της Χιλής άνω των 9 βαθμών), επισημαίνοντας πως το «ταβάνι» των σεισμικών μεγεθών στη συγκεκριμένη περιοχή είναι πολύ υψηλότερο.

















