Πόσες και πόσες σελίδες δεν γράφηκαν γι’ αυτήν, την αρχόντισσα των ορέων, το καύχημα της Χαλδίας, την ασημοστολισμένη κόρη του Πόντου, την Αργυρούπολη! Την πόλη που γέννησε μεγάλους λογίους, την πόλη που αγάπησε τα γράμματα, αυτήν που μετέτρεψε τον πλούτο που έβγαζε από τα σπλάχνα της1 σε παράδες που έχτιζαν σχολεία και δομές για τα ελληνόπουλα του Πόντου. Κάθε Κυριακή χτυπούσαν οι καμπάνες του Αη Γιώργη και των άλλων εκκλησιών της και ταπεινοί λευίτες σαν τον παπα-δάσκαλο Θωμά Σταμπουλίδη τελούσαν τα Θεία μυστήρια και κατηχούσαν το εκκλησίασμα με λόγους πατριωτικούς. Αργυρούπολη ή Κιμισχανά των προγόνων, η πόλη των ανθρώπων του πνεύματος!
Σύμφωνα με τον Γεώργιο Δομνηνό, συγγραφέα του έργου Γεωγραφία του Πόντου μετά παραρτήματος πινάκων ο οποίος επικαλείται τις επίσημες δημογραφικές πηγές της εποχής (Σελιναμέ Βιλαετίου 1311-1894)2, η πόλη της Αργυρούπολης στα τέλη του 19ου αιώνα είχε 29.341 κατοίκους οι οποίοι διέμεναν σε 5.398 οικίες (μέσος όρος 5,5 άτομα ανά οικία). Από αυτούς οι Έλληνες ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη κοινότητα με 5.579 άτομα. Ακολουθούσαν οι Γρηγοριανοί Αρμένιοι με 1.146 άτομα ενώ η μεγαλύτερη κοινότητα αντιστοιχούσε στους Μωαμεθανούς που μετρούσαν σύμφωνα με την καταγραφή του οθωμανικού κράτους σε 22.616 άτομα.

Η διοίκηση Αργυρουπόλεως διαιρούνταν στις εξής 4 υποδιοικήσεις:
- Υποδιοίκηση Αργυρούπολης
- Υποδιοίκηση Μεσοχαλδίου (Τορούλ)
- Υποδιοίκηση Κελκιτίου (Κελκίτ)
- Υποδιοίκηση Χεριάνης (Σεϊράν) και Κοασίου (Κοάς).
Η Αργυρούπολη ήταν «μεσόγειος πόλις» όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Δομνηνός. Αν κάποιος Αργυρουπολίτης είχε δουλειές στην Τραπεζούντα επαίρνεν την στράταν που ξεκινούσε από την βυζαντινή Θεοδοσιούπολη που μετονομάστηκε σε Ερζερούμ μετά την κατάληψη του Πόντου από τους Μωαμεθανούς, διένυε πολλές δεκάδες3 χλμ. και αντίκριζε μετά από 24 ώρες την θαλασσινή αρχόντισσα, την Τραπεζούντα. Ποιος ξέρει, ίσως σε κάποια στροφή του δρόμου, αποκαμωμένος από την κούραση της απόστασης που διένυσε, να κοντοστεκόταν ο Αργυρουπολίτης ταξιδευτής, και αντικρίζοντας το γαλάζιο του Ευξείνου Πόντου που αχνοφαινόταν, να αναφωνούσε σαν τους Μυρίους του Ξενοφώντα «θάλαττα-θάλαττα».
Εκτός από διοικητική έδρα ήταν επίσης έδρα του μητροπολίτου Χαλδίας. Για τα παιδιά των 250 ελληνικών οικογενειών4 υπήρχε τετρατάξιο δημοτικό σχολείο, πεντατάξιο Παρθεναγωγείο (το οποίο διέθετε και νηπιαγωγείο) με 12 δασκάλους και δασκάλες, στο οποίο φοιτούσαν 200 Αργυρουπολίτισσες θυγατέρες, καθώς και το περίφημο Φροντιστήριον της Αργυρούπολης που ιδρύθηκε το 1723!
Ο Αργυρουπολίτης λόγιος Δημοσθένης Παπαδόπουλος μας πληροφορεί πως η πόλη του διέθετε έξι ναούς και υπήρχαν ισάριθμες ελληνικές γειτονιές – ενορίες. Αυτές ήταν:
- του Αγίου Γεωργίου (Μητρόπολη)
- της Παναγίας
- του Τιμίου Προδρόμου
- του Αγίου Στεφάνου ή Λειβαδίου
- του Τίμιου Σταυρού
- του Αγίου Θεοδώρου.
Επίσης υπήρχε και η αρμενική εκκλησιά της Αγίας Σοφίας καθώς και δύο τζαμιά στο κέντρο της πόλης, το Ουλού τζαμί και το Κιουτσούκ τζαμί.

Ο Γεώργιος Κανδηλάπτης κάνει αναφορά στα έργα του στα «ευώδη μήλα» και στα αχλάδια της Αργυρούπολης, τα οποία εξάγονταν μέχρι τη Γαλλία και την Αίγυπτο! Το εμπόριο φρούτων (ροδάκινα, κεράσια, βερίκοκα, αμύγδαλα, μήλα, αχλάδια, σουρμπιές) ήταν πολύ σημαντική ασχολία για τους κατοίκους της Αργυρούπολης. Κατά μήκος των όχθεων του ποταμού Κάνι οι Αργυρουπολίτες συνήθιζαν να καλλιεργούν τους οπωροφόρους κήπους τους.

Σε απόσταση μιας ώρας από την Αργυρούπολη όπως μας πληροφορεί ο Δομνηνός, υπήρχε το χωριό Χουτουρά με τα δύο μοναστήρια του, την ανδρώα μονή του Αγίου Γεωργίου με τους 8 μοναχούς της και τη γυναικεία μονή του Αγίου Ιωάννη με τις 6 μοναχές της. Σε μικρή απόσταση από την Χουτουρά υπήρχαν τα χωριά Σις, Χουσελή, Γαλεντί, Τζαγανάντων και Μαυραγγέλ’. Στα βόρεια υπήρχε το χωριό Χάκαξα με τις 100 ελληνικές οικογένειες, τους 3 ναούς του με τους τρεις ιερείς τους και το ελληνικό σχολείο του με τους 40 μαθητές του. Στα δυτικά ήταν το χωριό Χαρσερά το οποίο διέθετε δύο ναούς με ισάριθμους ιερείς, σχολείο και κήπους για τους οποίους φημιζόταν.
Υποδιοίκηση Μεσοχαλδίου (Τορούλ)
Η Υποδιοίκηση Μεσοχαλδίου με έδρα την Άρδασσα βρισκόταν 25 χλμ βορειότερα της Αργυρούπολης και απείχε από την Τραπεζούντα 18 ώρες σύμφωνα με τα όσα μας παραδίδει ο Γεώργιος Δομνηνός. Είχε 36.184 κατοίκους, 16.676 εξ αυτών ήταν χριστιανοί ορθόδοξοι και οι υπόλοιποι 19.458 μωαμεθανοί. Στην πόλη της Άρδασας η συντριπτική πλειοψηφία ήταν Έλληνες, ενώ οι τουρκικές οικογένειες ήταν πάρα πολύ λίγες.
Στα δυτικά της Άρδασσας υπήρχε ένας πελώριος λίθος με ύψος 500 πόδια (164 μ.) ο λεγόμενος «στρογγυλόλιθος».
Πιο πάνω από τον στρογγυλόλιθο ήταν η Κόγκανα, ένας περίφημος λειμώνας και εξαιρετικό βοσκοτόπι.

Η Αυλίανα ήταν ένα χωριό με 120 ορθόδοξες οικογένειες. Βορειότερα της Αυλίανας υπήρχαν «τερπνοί λειμώνες» κατά τον Δομνηνό με κυριότερο την Σούδα στην οποία κατά τον μήνα Μάιο ανέβαιναν οι κάτοικοι των γύρω χωριών και έμεναν εκεί για 5 μήνες (παρχάρι). Στη νότια πλευρά της Σούδας υψώνονταν το όρος του Αγίου Παύλου που η κορυφή του ήταν μονίμως χιονοσκεπής.
Βαδίζοντας δίπλα στον ποταμό Τσίτη, του μεγαλύτερου παραπόταμου του Κάνι, υπήρχαν τα χωριά Πεβερά, Μακρέλ, Άδυσσα με 70 ορθόδοξες οικογένειες, ναό και ελληνικό σχολείο. Συνεχίζοντας την πορεία παράλληλα με τον ποταμό συναντούσε κανείς τα χωριά Ζαρκόν, Αγρίδι, Μαυρενά, Σαρπίσκια και το μεγαλοχώρι Τσίτη το οποίο είχε την ονομασία του ποταμού. Η Τσίτη διέθετε όπως ήταν φυσικό ελληνικό σχολείο και ναό και σε πολύ μικρή απόσταση από αυτήν υπήρχε η ξακουστή Μονή της Παναγίας Γουμερά που εκείνο τον καιρό (κατά την έρευνα του Δομνηνού) μόναζαν περί τους δέκα μοναχούς.

Ακολουθώντας τον ρου του παραποτάμου της Χαβιαίνης συναντούσες την Χαβίανα στην οποία ζούσαν 120 ορθόδοξες οικογένειες που εκκλησιάζονταν στους δύο ναούς που διέθετε το χωριό τους και έστελναν τα παιδιά τους στο ελληνικό σχολείο. Η Κρώμνη με τις 700 ορθόδοξες οικογένειες και τους πολλούς κρυπτοχριστιανούς απείχε 15 ώρες από την Τραπεζούντα και 6 από την Αργυρούπολη. Η πόλη διαιρούνταν σε 12 συνοικίες με ισάριθμους ναούς και δύο δημοτικά σχολεία.

Νότια της Κρώμνης συναντάμε την κωμόπολη Ίμερα (η οποία χωριζόταν από το ποτάμι της σε δύο μαχαλάδες, την μικρή και την μεγάλη Ίμερα). Αποτελούνταν από 400 ορθόδοξες οικογένειες και υπήρχαν 5 ναοί, ένα εξατάξιο σχολείο με 3 δασκάλους και το γυναικείο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου.5
Υποδιοίκηση Κελκιτίου (Κελκίτ)
Η υποδιοίκηση Κελκίτ είχε 23.908 πληθυσμό, στην συντριπτική του πλειοψηφία μωαμεθανούς (23.464 μωαμεθανοί, 317 ορθόδοξοι χριστιανοί, 127 γρηγοριανοί Αρμένιοι). Από εκεί πήγαζε ο Λύκος ποταμός.

Υποδιοίκηση Χεριάνης και Κοασίου
Η υποδιοίκηση αυτή αριθμούσε 16.599 κατοίκους και 2.135 οικίες. Οι μωαμεθανοί ήταν 14.642, οι ορθόδοξοι χριστιανοί 1.736 και οι γρηγοριανοί Αρμένιοι 221.
Η περιφέρεια Κοασίου βρισκόταν στην βόρεια πλαγιά του Παρυάδρη από όπου πηγάζει ο Κάνις ποταμός. Είχε 11 χωριά, με ναούς και σχολεία.
Η Χερίανα βρισκόταν μεταξύ του Παρυάδρη (από βορρά) και του Αντίταυρου (από νότο). Η περιφέρεια Χερίανας είχε 5 χωριά που το καθένα διέθετε έναν ναό και «ασήμαντον τι γραμματοδιδασκαλείον» όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Δομνηνός. Η Χερίανα ήταν γνωστή για την γονιμότητα του εδάφους της και για την παραγωγή σίτου η οποία ήταν τόσο πλούσια που όχι μόνο κάλυπτε τις ανάγκες του πληθυσμού αλλά διατίθετο και προς πώληση.

















