Οι προβλέψεις του χθεσινού ρεπορτάζ του pontosnews.gr επιβεβαιώθηκαν: η Κνεσέτ διαλύθηκε τα ξημερώματα της Παρασκευής και η αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων δεν έφτασε ποτέ στην Ολομέλεια.
Ένα ζήτημα ιστορικής μνήμης και δικαίωσης, το οποίο η ισραηλινή κυβέρνηση είχε παρουσιάσει ως «ηθικό και ιστορικό καθήκον», μετατράπηκε τελικά σε εργαλείο πολιτικής και διπλωματικής πίεσης.
Ενεργοποιήθηκε όταν το Ισραήλ ήθελε να στείλει μήνυμα στην Τουρκία και πάγωσε όταν άρχισε να απειλεί ευρύτερες περιφερειακές ισορροπίες.
Η 120μελής Κνεσέτ, αφού ψήφισε σήμερα και τα τελευταία νομοσχέδια, ολοκλήρωσε την τετραετή θητεία της και δεν πρόκειται να συνεδριάσει ξανά πριν από τις εκλογές της 27ης Οκτωβρίου. Η υπόθεση της αναγνώρισης παραπέμπεται πλέον στη νέα κοινοβουλευτική σύνθεση, χωρίς καμία εγγύηση ότι θα επιστρέψει στην ημερήσια διάταξη.
Η τελευταία υπογραφή δεν μπήκε
Στις 28 Ιουνίου, η κυβέρνηση του Μπενιαμίν Νετανιάχου είχε εγκρίνει ομόφωνα την πρόταση του υπουργού Εξωτερικών Γκίντεον Σάαρ για την επίσημη αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων.
«Δεν είναι ποτέ αργά για να πράξεις το σωστό», είχε δηλώσει ο Σάαρ, κάνοντας λόγο για «ηθικό και ιστορικό καθήκον» του εβραϊκού κράτους.
It’s never too late to do the right thing.
I thank @IsraeliPM Netanyahu for his support, and the government ministers for their unanimous approval of the resolution I initiated for Israel’s recognition of the Armenian Genocide.
Thus, Israel joins 32 countries that have… pic.twitter.com/SHZ5v58U6G
— Gideon Sa’ar | גדעון סער (@gidonsaar) June 28, 2026
Η απόφαση ωστόσο χρειαζόταν την έγκριση της Κνεσέτ για να ολοκληρωθεί η θεσμική διαδικασία. Η ψηφοφορία αρχικά αναμενόταν στις αρχές Ιουλίου, αλλά ανεστάλη χωρίς να δοθεί επίσημη αιτιολογία. Ισραηλινός αξιωματούχος επιβεβαίωσε ότι το θέμα δεν θα ερχόταν προς ψήφιση πριν από το τέλος της κοινοβουλευτικής περιόδου.
Με τη διάλυση της Κνεσέτ, η κυβερνητική απόφαση παραμένει μια πολιτική διακήρυξη χωρίς την κοινοβουλευτική κύρωση που θα καθιστούσε την αναγνώριση θεσμικά ολοκληρωμένη.
Από το μήνυμα στον Ερντογάν στο διπλωματικό φρένο
Η πρωτοβουλία είχε εξαρχής σαφές γεωπολιτικό αποτύπωμα. Προωθήθηκε ενώ οι σχέσεις Ισραήλ και Τουρκίας βρίσκονταν σε ιστορικά χαμηλό σημείο, με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να κατηγορεί το Τελ Αβίβ για γενοκτονία στη Γάζα.
Η αναγνώριση λειτούργησε έτσι και ως απάντηση προς την Άγκυρα. Η Τουρκία την κατήγγειλε ως «πολιτικά υποκινούμενη» κίνηση, υποστηρίζοντας ότι το Ισραήλ επιχειρούσε να αποσπάσει την προσοχή από τον πόλεμο στη Γάζα.
Το μήνυμα όμως είχε όρια. Το Αζερμπαϊτζάν, στρατηγικός εταίρος του Ισραήλ στους τομείς της ασφάλειας και της ενέργειας και στενός σύμμαχος της Τουρκίας, αντέδρασε στην απόφαση και ζήτησε από την ισραηλινή κυβέρνηση να αναθεωρήσει τη στάση της.
Την ίδια περίοδο, η νέα ένταση με το Ιράν και οι τουρκικές πιέσεις προς την Ουάσινγκτον για τα μαχητικά F-35 έκαναν ακόμη πιο σύνθετους τους περιφερειακούς υπολογισμούς. Δεν έχει επιβεβαιωθεί άμεση σύνδεση των ζητημάτων αυτών με την αναστολή της ψηφοφορίας, η συγκυρία όμως δείχνει ότι το Ισραήλ επέλεξε να μην ανοίξει ακόμη ένα μέτωπο.
Ιδιαίτερα επιφυλακτική ήταν ακόμη και η ίδια η Αρμενία. Ο πρωθυπουργός Νικόλ Πασινιάν είχε ξεκαθαρίσει ότι το Ερεβάν δεν επιθυμεί να εμπλακεί στην «εργαλειοποίηση της Γενοκτονίας των Αρμενίων», την ώρα που επιδιώκει εξομάλυνση των σχέσεων με την Τουρκία και συμφωνία ειρήνης με το Αζερμπαϊτζάν.
Το αποτέλεσμα είναι αποκαλυπτικό: η ιστορική δικαίωση προβλήθηκε όσο εξυπηρετούσε την πολιτική πίεση προς την Άγκυρα. Όταν όμως το κόστος άγγιξε τις σχέσεις με το Μπακού και τις ευρύτερες ισορροπίες ΗΠΑ, Τουρκίας, Ισραήλ και Ιράν, η μνήμη παραμερίστηκε από τη γεωπολιτική.
















