Σε ένα υπερυψωμένο αλσύλλιο, νότια της Νέας Κρώμνης Δράμας, στέκει σιωπηλό ένα λιτό ταφικό μνημείο. Οι περισσότεροι περνούν ίσως χωρίς να γνωρίζουν ότι κάτω από τη σκιά των δέντρων αναπαύονται γνωστοί και άγνωστοι Έλληνες στρατιώτες – και μαζί τους, μια ιστορία που μοιάζει να παίζει με το ίδιο της το όνομα: ένα άγνωστο μνημείο για έναν Άγνωστο Στρατιώτη.
Το άγνωστο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη συνδέεται με τους Βαλκανικούς Πολέμους, τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη σκληρή Β΄ Βουλγαρική Κατοχή της Ανατολικής Μακεδονίας.
Στα χρόνια που ακολούθησαν, όμως, έγινε κάτι περισσότερο: ένας κοινός τόπος μνήμης για γηγενείς και πρόσφυγες, όπου τιμήθηκαν οι νεκροί του Πόντου, της Μικράς Ασίας και της βουλγαρικής κατοχής.
Η τελετή της 19ης Ιουλίου 1925
Η ιστορία του αρχίζει το 1925, όταν ο στρατηγός Μιλτιάδης Κοιμήσης θέλησε να αποδώσει τιμή στους στρατιώτες που είχαν χάσει τη ζωή τους στους πολέμους της περιόδου 1912-1918.
Με πρωτοβουλία του συγκεντρώθηκαν οστά πεσόντων από διαφορετικές περιοχές της Δράμας και της Καβάλας. Στις 19 Ιουλίου 1925, η ΙΧ Μεραρχία Ανατολικής Μακεδονίας οργάνωσε την επίσημη τελετή ανακομιδής και ταφής «δεκαεννέα γνωστών και αγνώστων Ελλήνων στρατιωτών».
Η εκφορά άρχισε από τη Μητρόπολη της Δράμας, όπου ο μητροπολίτης Λαυρέντιος τέλεσε επιμνημόσυνη δέηση. Η πομπή κατευθύνθηκε στη συνέχεια προς το Στρατιωτικό Νεκροταφείο, στην έξοδο της πόλης προς την Προσοτσάνη, δίπλα στο τότε Κρατικό Νοσοκομείο.
Εκεί ανοίχθηκαν δέκα ατομικοί τάφοι για τα κιβώτια με τα οστά των γνωστών στρατιωτών και ένας κοινός τάφος για τους αγνώστους — σαν να ενώνονταν, ήδη από τότε, το γνωστό με το άγνωστο σε έναν κοινό τόπο. Τους επιτάφιους λόγους εκφώνησαν ο λοχαγός Πεζικού Π. Κάτσαρης και ο στρατηγός Κοιμήσης.
Από τους απλούς σταυρούς στο μνημείο
Στην αρχή, τους τάφους σημάδευαν μόνο ορισμένοι σταυροί με την επιγραφή «Άγνωστος». Ο Κοιμήσης έδωσε αργότερα εντολή να συγκροτηθεί επιτροπή για την ανέγερση ενός κανονικού μνημείου προς τιμήν των πεσόντων.
Απηύθυνε έκκληση στους δήμους και τις κοινότητες της Ανατολικής Μακεδονίας να συνεισφέρουν οικονομικά, ενώ επισκεπτόταν συχνά τον χώρο και επέβλεπε τις εργασίες.
Μετά την κατασκευή και την περίφραξη του μνημείου ακολούθησε δεντροφύτευση, με τη συνδρομή γεωπόνων και των τοπικών κοινωνιών της Δράμας και της Καβάλας. Έτσι δημιουργήθηκε σταδιακά το αλσύλλιο που περιβάλλει μέχρι σήμερα τον χώρο ταφής – ένα ήσυχο σκηνικό για μια ιστορία που παραμένει, κατά κάποιον τρόπο, μισή: γνωστή και άγνωστη μαζί.
Ανάμεσα στους πεσόντες που αναφέρονται στις ιστορικές καταγραφές βρίσκονται οι Καραγεώργος Σ., Θεόδωρος και Προκόπιος Βασιλόπουλος, Νέστωρ Κορομηλάς, Ν. Ντόλιος, Ευθύμιος Καλύβας, Ιωάννης Κρίλεσης, Κ. Σκόπας και Αντ. Λιχνός. Δίπλα τους αναπαύονται στρατιώτες των οποίων τα ονόματα δεν έγιναν ποτέ γνωστά – οι πραγματικοί «Άγνωστοι» που δίνουν νόημα στο μνημείο.
Μνήμη για τον Πόντο και τη Μικρά Ασία
Στα χρόνια του Μεσοπολέμου το μνημείο άρχισε να αποκτά έναν ευρύτερο συμβολισμό. Η Δράμα είχε πλέον υποδεχθεί χιλιάδες πρόσφυγες, οι οποίοι κουβαλούσαν μαζί τους τη μνήμη των χαμένων πατρίδων και των ανθρώπων που δεν κατάφεραν να φτάσουν στην Ελλάδα.
Στον χώρο τελέστηκαν μνημόσυνα για όσους πέθαναν από την πείνα, σφαγιάστηκαν ή οδηγήθηκαν σε εξορία και καταναγκαστικά έργα κατά τη βουλγαρική κατοχή του 1916-1918. Παράλληλα, πραγματοποιήθηκαν τελετές:
• υπέρ των σφαγιασθέντων Μικρασιατών,
• υπέρ των πεσόντων ηρώων στον Πόντο,
• υπέρ των πεσόντων στη Μικρά Ασία,
• υπέρ των εφέδρων,
• στη μνήμη του εθνομάρτυρα μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομου.
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ακολούθησαν μνημόσυνα για τους Δραμινούς που σφαγιάστηκαν από τις βουλγαρικές δυνάμεις το 1941, αλλά και για άλλες ομάδες νεκρών της τοπικής κοινωνίας.
Ένας τόπος που ένωσε δύο μνήμες
Οι γηγενείς κάτοικοι της Δράμας είχαν τους νεκρούς των πολέμων και των κατοχών. Οι πρόσφυγες είχαν αφήσει πίσω τους ανθρώπους, σπίτια, χωριά και ολόκληρες πατρίδες στον Πόντο, στη Μικρά Ασία και στην Ανατολική Θράκη.
Μέσα από τα κοινά μνημόσυνα, τις επετείους και τα μνημεία, οι διαφορετικές μνήμες άρχισαν να συναντώνται. Ο χώρος του Άγνωστου Στρατιώτη δεν τιμούσε πλέον μόνο τους πεσόντες των πολεμικών μετώπων, αλλά εξελίχθηκε σε σημείο συνοχής μιας νέας κοινότητας, όπου το «άγνωστο» δεν σήμαινε λήθη, αλλά κοινή μνήμη.
Την ίδια περίοδο, οι πρόσφυγες έδιναν στις νέες γειτονιές, στα χωριά, στους δρόμους και στους συλλόγους τα ονόματα των πατρίδων τους. Έτσι γεννήθηκαν η Νέα Κρώμνη, η Νέα Στενήμαχος, η Ιωνία, ο Ακρίτας και δεκάδες σωματεία που κράτησαν ζωντανή την καταγωγή τους. Στο δυτικό άκρο της Νέας Κρώμνης ανεγέρθηκε και η Λαυρεντιανή Μονή – Νέα Σουμελά, ένα ιδιαίτερα σημαντικό σημείο αναφοράς για τον ποντιακό ελληνισμό.

















