Υπήρξε μια εποχή που οι πολύχρωμες αφίσες του Καραγκιόζη κοσμούσαν τους τοίχους των χωριών και των πόλεων της Ελλάδας, καλώντας μικρούς και μεγάλους να συγκεντρωθούν μπροστά στον φωτισμένο μπερντέ. Και δεν έμοιασε ποτέ ως μία απλή διαφήμιση μιας παράστασης. Ήταν το κάλεσμα σε έναν κόσμο όπου η σάτιρα, το χιούμορ, η ιστορία και η λαϊκή σοφία ζωντάνευαν μέσα από τις φιγούρες του ελληνικού Θεάτρου Σκιών.
Μία από αυτές τις αφίσες, που χρησιμοποιήθηκε από τη δεκαετία του 1920 έως και τη δεκαετία του 1950 για την προβολή παραστάσεων στην Αθήνα, κατάφερε να διασχίσει χιλιάδες χιλιόμετρα και να αποτελεί σήμερα ένα πολύτιμο τεκμήριο της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς στην Αυστραλία. Το αντίγραφό της μεταφέρθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1990 από τον σπουδαίο καραγκιοζοπαίχτη Δημήτρη Κατσούλη, ενώ το πρωτότυπο διατηρείται σε μουσειακή συλλογή στη χώρα μας.
Η αφίσα αποτυπώνει έναν αγωνιστή της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, σε χαρακτηριστική στάση κίνησης, κρατώντας το σπαθί του υψωμένο. Η μορφή προέρχεται από την εισαγωγή μιας παράστασης του Καραγκιόζη και αποτελεί έργο του καραγκιοζοπαίχτη και καλλιτέχνη Σπύρου Κούζαρου. Με τους γήινους χρωματισμούς της και την έντονη θεατρικότητα της σύνθεσης, αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα του τρόπου με τον οποίο οι θίασοι του Θεάτρου Σκιών διαφήμιζαν τις περιοδείες τους σε ολόκληρη την Ελλάδα.
Πίσω, όμως, από αυτή την αφίσα κρύβεται μια ακόμη πιο συναρπαστική ιστορία. Είναι η ιστορία του Δημήτρη Κατσούλη, ενός ανθρώπου που αφιέρωσε τη ζωή του στη διατήρηση και διάδοση του ελληνικού Θεάτρου Σκιών. Έχοντας εκπαιδευτεί στην Ελλάδα ως ηθοποιός και τεχνικός σε θεατρικές και κινηματογραφικές παραγωγές, αναγκάστηκε το 1974 να εγκαταλείψει την πατρίδα του και να μεταναστεύσει στην Αυστραλία, αναζητώντας ελευθερία έκφρασης σε μια περίοδο που οι καλλιτέχνες στην Ελλάδα βίωναν έντονους περιορισμούς.
Στη νέα του πατρίδα δεν εγκατέλειψε ποτέ την τέχνη του. Αντίθετα, προσπάθησε να κρατήσει ζωντανή την ελληνική παράδοση μέσα από παραστάσεις που δεν περιορίζονταν μόνο στις γνωστές ιστορίες του Καραγκιόζη.
Χρησιμοποίησε το Θέατρο Σκιών ως μέσο κοινωνικού σχολιασμού, αγγίζοντας ζητήματα που απασχολούσαν τους Έλληνες μετανάστες, όπως η μοναξιά, η απομόνωση των γυναικών και οι δυσκολίες που αντιμετώπιζαν τα παιδιά μεγαλώνοντας ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς κόσμους.
Παρά το καλλιτεχνικό του έργο, η έλλειψη οικονομικής και θεσμικής στήριξης δεν του επέτρεψε να συνεχίσει όπως οραματιζόταν. Το 1991 πήρε την απόφαση να επιστρέψει στην Ελλάδα, αφήνοντας όμως πίσω του ένα ανεκτίμητο δώρο, ολόκληρη τη συλλογή του στο κράτος της Βικτώριας.
Η δωρεά αυτή περιλαμβάνει 32 αυθεντικές φιγούρες Θεάτρου Σκιών, περίπου 170 σκηνικά αντικείμενα, φόντα, τεχνικά εργαλεία, εξοπλισμό φωτισμού και κάθε λογής βοηθητικά μέσα που χρησιμοποιούνταν στις παραστάσεις. Πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες συλλογές ελληνικού Θεάτρου Σκιών εκτός Ελλάδας και θεωρείται μοναδική στην Αυστραλία, αλλά και εξαιρετικά σπάνια σε δημόσιες συλλογές διεθνώς.
Η αξία της, ωστόσο, δεν περιορίζεται στα αντικείμενα. Μέσα από τη συνεργασία του Δημήτρη Κατσούλη με το μουσείο καταγράφηκαν λεπτομερώς η ιστορία του ελληνικού Θεάτρου Σκιών, οι εμβληματικοί χαρακτήρες του, οι τεχνικές κατασκευής των φιγούρων, καθώς και ο τρόπος παρουσίασης των παραστάσεων. Με αυτόν τον τρόπο διασώθηκε όχι μόνο ένα σύνολο αντικειμένων, αλλά και μια άυλη πολιτιστική κληρονομιά που μεταδιδόταν επί αιώνες από δάσκαλο σε μαθητή.
Ιδιαίτερη θέση στην ιστορία της συλλογής κατέχει και ο καραγκιοζοπαίχτης Αβραάμ Αντωνάκος, ο οποίος μετανάστευσε στην Αυστραλία το 1977 για να παρουσιάσει παραστάσεις του ελληνικού Θεάτρου Σκιών. Αργότερα εμπιστεύθηκε τις φιγούρες και το υλικό του στον Δημήτρη Κατσούλη, δημιουργώντας μια συλλογή που αφηγείται την πορεία δύο ανθρώπων οι οποίοι μετέφεραν μια παράδοση αιώνων από την Ελλάδα στην άλλη άκρη του κόσμου.
Χρόνια αργότερα, ο Δημήτρης Κατσούλης επέστρεψε στη Μελβούρνη για να συνεργαστεί εκ νέου με το μουσείο (Museums Victoria), συμβάλλοντας στην τεκμηρίωση και την ανάδειξη της συλλογής. Χάρη στη δική του μαρτυρία, κάθε φιγούρα, κάθε σκηνικό και κάθε εργαλείο απέκτησε τη δική του ιστορία, μετατρέποντας τη συλλογή σε ένα ζωντανό αρχείο της ελληνικής λαϊκής τέχνης.
















