Το καλοκαίρι στον Πόντο ήταν η εποχή που άλλαζαν τα πάντα στην καθημερινότητα των κατοίκων. Τίποτα δεν ήταν ίδιο με τις υπόλοιπες εποχές. Και ο Χορτοθέρτ’ς ήταν ο μήνας που έστελνε το δικό του ξεκάθαρο μήνυμα: οι πάγοι έλιωσαν, οι βουνοκορφές πρασίνισαν και ήρθε η ώρα οι άνθρωποι ν’ αφήσουν τα χειμαδιά για να ανέβουν στα παρχάρια.
Όπως διασώζεται στο ιστορικό απόσπασμα από τα Άσματα του χωρίου Σταυρίν (Δημητρίου Παπαδόπουλου, Αρχείον Πόντου, 1948) η ζωή στο βουνό ξεκινούσε με ένα ποιητικό, γεμάτο ζωντάνια κάλεσμα:
«Παρχαρομάνα ’λάλεσεν, βοούνε τα ραχόπα, ρομάννες, ελάτε, τα χόνα όλα ’λύγανε, τα κρυάδας εχάθαν, ρομάννες, ελάτε, τα ράχα επρασίντσανε και τα παρχάρια ’χλόισαν…»
Το παραδοσιακό αυτό άσμα περιγράφει τη γεμάτη προσμονή προετοιμασία των καλυβιών. Οι παρχαρομάνες καλούνταν να ανέβουν, αφού οι στέγες είχαν ήδη σκεπαστεί, οι πόρτες είχαν κρεμαστεί, τα χαλίκια είχαν καθαριστεί και τα σχοινιά για το χτύπημα του γάλακτος (δρουβανοσκοίνα) ήταν έτοιμα στη θέση τους.
Η άνοδος στα παρχάρια συνδύαζε την κτηνοτροφική παραγωγή με τη μεγάλη αγροτική ανάγκη του Ιουλίου: το θέρισμα των χόρτων. Λόγω του υψομέτρου και των ιδιαίτερων κλιματολογικών συνθηκών, το θέρισμα εκεί γινόταν πιο αργά σε σχέση με τις πεδινές περιοχές.
Η «αργατεία» ως τρόπος ζωής
Η απομόνωση του βουνού και ο μεγάλος όγκος δουλειάς αντιμετωπίζονταν με τη δύναμη της κοινότητας. Μέσω της αργατείας, οι αγρότες βοηθούσαν ο ένας τον άλλον στα χωράφια. Η συλλογική αυτή προσπάθεια μετέτρεπε τον σκληρό μόχθο σε γιορτή με τραγούδια και χορό.

Όταν οι θεριστές έριχναν τα καγάνια τους μπροστά στον νοικοκύρη, σηματοδοτούσαν το τέλος του θερισμού (αποθέρ’). Ένα κομψοτέχνημα πλεγμένο από τα τελευταία στάχυα στόλιζε την πόρτα του σπιτιού, ως σύμβολο ευημερίας για την επόμενη χρονιά.
Από τα λιβάδια στους ελαιώνες και τα λεπτοκάρυα
Καθώς ο Ιούλιος προχωρούσε, η δραστηριότητα μεταφερόταν σταδιακά και στις δενδρώδεις καλλιέργειες. Μετά τις 20 Ιουλίου, ολόκληρος ο Πόντος –από την Τραπεζούντα μέχρι την Κερασούντα και τα Κοτύωρα– βρισκόταν επί ποδός για τη συγκομιδή των λεπτοκαρυών (φουντουκιών).
Τα παρχάρια άδειαζαν σιγά-σιγά, καθώς οι οικογένειες επέστρεφαν για να προετοιμάσουν τις αποθήκες, τα κοφίνια και τις τέντες για το άπλωμα και την αποξήρανση του πολύτιμου αυτού καρπού, που αποτελούσε τη ραχοκοκαλιά του εξαγωγικού εμπορίου της περιοχής προς την Ευρώπη.
















