Σημάδια νέας ανησυχίας προκαλεί η χθεσινή επίθεση κατά εμπορικού πλοίου ανοιχτά του Ομάν, καθώς η ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ επιβραδύνθηκε αισθητά τις τελευταίες ώρες, αναδεικνύοντας για ακόμη μία φορά τη γεωπολιτική σημασία του σημαντικότερου περάσματος πετρελαίου στον κόσμο.
Σύμφωνα με στοιχεία παρακολούθησης πλοίων, οι διελεύσεις των τάνκερ μειώθηκαν σήμερα σε μόλις 13 και προς τις δύο κατευθύνσεις, από 24 χθες και 27 την Τετάρτη. Πριν από την έναρξη της κρίσης, κατά μέσο όρο διέρχονταν καθημερινά περίπου 125 πλοία.
Η επίθεση, την οποία Αμερικανοί αξιωματούχοι αποδίδουν στο Ιράν, οδήγησε τον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό στην προσωρινή αναστολή της επιχείρησης απομάκρυνσης εκατοντάδων πλοίων και χιλιάδων ναυτικών από την περιοχή.
Παρά τη νέα ένταση, η διακίνηση πετρελαίου δεν έχει σταματήσει. Τουλάχιστον τέσσερα μεγάλα δεξαμενόπλοια εισήλθαν στον Περσικό Κόλπο για να παραλάβουν αργό, ενώ άλλα συνέχισαν τις μεταφορές ιρανικού πετρελαίου.
Το Ιράν επιμένει για τον έλεγχο
Την ίδια ώρα, η Τεχεράνη επανέλαβε ότι έχει δικαιώματα στον έλεγχο της ναυσιπλοΐας και προειδοποίησε τις χώρες του Κόλπου να μην ευθυγραμμιστούν με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Το Ιράν απάντησε με αυτόν τον τρόπο στο κοινό ανακοινωθέν των ΗΠΑ και έξι αραβικών χωρών του Κόλπου, το οποίο υποστηρίζει την «ελεύθερη, άνευ όρων και περιορισμών ναυσιπλοΐα» στην περιοχή και απορρίπτει κάθε απόπειρα επιβολής διοδίων ή ελέγχου της διέλευσης.
Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο προειδοποίησε ότι εάν το Ιράν επιχειρήσει να απειλήσει ή να αποκλείσει τα Στενά, «θα έχουμε πρόβλημα», διατηρώντας το γεωπολιτικό θερμόμετρο σε υψηλά επίπεδα.
Το παράδοξο του πετρελαίου
Παρά τις ανησυχίες για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας, οι τιμές του πετρελαίου κινούνται πτωτικά. Το Brent, που κατά τη διάρκεια της κρίσης είχε ξεπεράσει τα 120 δολάρια το βαρέλι, έχει πλέον επιστρέψει κοντά στα 74 δολάρια, έχοντας σχεδόν εξαλείψει το γεωπολιτικό premium που δημιούργησε ο πόλεμος ΗΠΑ-Ιράν.
Μάλιστα, αρκετοί αναλυτές εκτιμούν ότι η ίδια η κρίση του Ορμούζ μπορεί να επιταχύνει εξελίξεις που θα οδηγήσουν μακροπρόθεσμα σε χαμηλότερες τιμές πετρελαίου, ακόμη και κάτω από τα 50 δολάρια το βαρέλι.
Η εξήγηση βρίσκεται στην προσπάθεια των μεγάλων οικονομιών να μειώσουν την εξάρτησή τους από ένα τόσο κρίσιμο γεωγραφικό πέρασμα, μέσω επενδύσεων στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στην πυρηνική ενέργεια, στα ηλεκτρικά οχήματα και στη διαφοροποίηση των ενεργειακών προμηθειών.
Παράλληλα, η αύξηση της παραγωγής από χώρες εκτός ΟΠΕΚ+, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, ο Καναδάς, η Βραζιλία και η Γουιάνα, αλλά και οι εσωτερικές τριβές στον ίδιο τον ΟΠΕΚ, ενισχύουν τα σενάρια για μια νέα περίοδο μεγαλύτερης προσφοράς και χαμηλότερων τιμών.
















