Το κιαφιρίν ήταν παλιά γνωστό και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, ως κιαφιρί. Με τα λόγια του Ελευθέριου Κούση, συγγραφέα του έργου Λεξιλόγιον φυτολογικόν Τραπεζούντος, διαβάζουμε στο Αρχείον Πόντου (τόμ, α’, 1928, σ. 107), «Αλλαχού ήκουσα λεγόμενον ροσμαρίνο [σ.σ.: δενδρολίβανο]. Η λέξις τουρκική, δηλούσα είδος άνθους φύλλα έχοντος λεπτά βελονοειδή, οσμήν δε καμφοράς, ην οι Τούρκοι “τσαρσί κιαφιρί” καλούσι (καμφοράν της αγοράς, αγοραίαν, ωνητήν) και εξ ης διά την οσμήν ωνόμασαν και το φυτόν, ο και προς αντιδιαστολήν πολλάκις “μπαχτσέ κιαφιρί” καλούσι, παρ’ ημίν μπαχτσέ-κιαφιρίν, ήτοι κηπαίαν καμφοράν.
»Ο Βυζάντιος αποδίδωσιν αυτό εν τη αρχαία διά του αβρότονον.
»Το βοτανικόν αυτού όνομα artemisia abrotanum. Παρά Δουκαγκίω καφουρά, κιαφηρί, καφούριον.

»Έτερον είδος αρτεμισίας είναι αρτεμισία η δρακοντaειδής, φυτόν συνάνθηρον, ευώδες, χρήσιμον εις την μαγειρικήν. Φύεται άφθονον εν Κρώμνη και ονομάζεται ταργόν’ (το), αντί δαργόνι αντί δραγόνι αντί δρακόνι».
Είναι λοιπόν ροσμαρίνο (άρα δενδρολίβανο), είναι καμφορά, ή ο πικρόθανος, ένα εντομοαπωθητικό και φαρμακευτικό φυτό, που παρουσιάζει κάποιο ενδιαφέρον ως ασυνήθιστο αρωματικό φυτό λόγω του ιδιαίτερου αρώματος των φύλλων του;
















