Με τους Έλληνες να μπαίνουν στο στόχαστρο αρθρογράφου του τουρκικού Τύπου για τις αντιδράσεις που προκάλεσε το προσωρινό κλείσιμο της Παναγίας Σουμελά στον Πόντο, περνά σχεδόν απαρατήρητο ένα βασικό στοιχείο: η δυσαρέσκεια για την απόφαση των τουρκικών Aρχών δεν εκφράστηκε μόνο στην Ελλάδα.

Η ιστορική μονή έκλεισε για περίπου μία εβδομάδα προκειμένου να πραγματοποιηθούν εργασίες στερέωσης και συντήρησης, χωρίς να έχει προηγηθεί ευρεία και έγκαιρη ενημέρωση. Το γεγονός προκάλεσε αντιδράσεις από Έλληνες επισκέπτες και φορείς, ωστόσο ανάλογοι προβληματισμοί διατυπώθηκαν και στην ίδια την Τουρκία, καθώς το κλείσιμο συνέπεσε με μία από τις πιο σημαντικές περιόδους για τον τουρισμό της περιοχής.
Και όχι άδικα. Η Παναγία Σουμελά αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα αξιοθέατα της Τραπεζούντας και αναμφίβολα ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα ιστορικά και θρησκευτικά μνημεία της Τουρκίας.
Κάθε χρόνο προσελκύει εκατοντάδες χιλιάδες επισκέπτες από το εσωτερικό και το εξωτερικό, αποτελώντας βασικό πυλώνα της τουριστικής προβολής της περιοχής.
Παρά ταύτα, Τούρκοι δημοσιογράφοι επέλεξαν να στρέψουν τα βέλη τους και προς τις ελληνικές αντιδράσεις, παρουσιάζοντάς τες περίπου ως υπερβολικές ή αδικαιολόγητες. Η προσέγγιση αυτή παραβλέπει ότι η κριτική δεν αφορούσε την ανάγκη εκτέλεσης εργασιών σε ένα μνημείο που εδώ και χρόνια αντιμετωπίζει ζητήματα στατικότητας, αλλά κυρίως τον τρόπο και το χρόνο με τον οποίο ανακοινώθηκε η απόφαση.
Η συζήτηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον καθώς το τελευταίο διάστημα επανήλθαν στο προσκήνιο πληροφορίες ότι η Τουρκία επιδιώκει την ένταξη της Παναγίας Σουμελά στον μόνιμο Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO. Το ιστορικό μοναστηριακό συγκρότημα βρίσκεται εδώ και σχεδόν τρεις δεκαετίες στον προσωρινό κατάλογο του οργανισμού και δεν αποκλείεται οι εργασίες που βρίσκονται σε εξέλιξη να συνδέονται και με την προσπάθεια διαμόρφωσης ενός πληρέστερου φακέλου υποψηφιότητας.
Η προοπτική αυτή, πάντως, δεν αντιμετωπίζεται απ’ όλους με ενθουσιασμό. Αντιθέτως, έχει προκαλέσει προβληματισμό και στην Παμποντιακή Ομοσπονδία Ελλάδος, η οποία έθεσε δημόσια ερωτήματα σχετικά με τις πραγματικές προθέσεις της Άγκυρας και το μέλλον του μνημείου.
Ο λόγος είναι ότι η ένταξη σε έναν κατάλογο της UNESCO δεν αποτελεί από μόνη της εγγύηση για το καθεστώς λειτουργίας ή το χαρακτήρα ενός μνημείου.
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Αγια-Σοφιά στην Κωνσταντινούπολη. Παρά το γεγονός ότι αποτελεί μνημείο ενταγμένου στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς, αυτό δεν εμπόδισε τις τουρκικές Αρχές να μετατρέψουν (εκ νέου) τον ιστορικό ναό σε τέμενος, παρά τις διεθνείς αντιδράσεις.
Είχε προηγηθεί η Αγία Σοφία της Τραπεζούντας, ένας ακόμη εμβληματικός βυζαντινός ναός που ακολούθησε την ίδια πορεία. Για πολλούς, τα δύο αυτά παραδείγματα αποτελούν ένα προηγούμενο που δεν μπορεί να αγνοηθεί όταν ανοίγει η συζήτηση για το μέλλον ενός ακόμη κορυφαίου χριστιανικού μνημείου του Πόντου.

Υπάρχει όμως και ένας ακόμη λόγος για τον οποίο οι αντιδράσεις και οι απορίες που εκφράζονται από ελληνικής πλευράς δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν ως αβάσιμες.
Τα τελευταία χρόνια οι τουρκικές Αρχές έχουν δημιουργήσει ένα κλίμα αβεβαιότητας γύρω από την πατριαρχική λειτουργία του Δεκαπενταύγουστου στην Παναγία Σουμελά, με αποτέλεσμα πολλοί να κάνουν λόγο για έναν διαρκή «πόλεμο νεύρων».
Τόσο το 2024 όσο και το 2025 το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν κατόρθωσε να εξασφαλίσει άδεια για την τέλεση της θείας λειτουργίας στις 15 Αυγούστου – όπως συνέβαινε από το 2010, με εξαίρεση τα χρόνια που γίνονταν εργασίες στο μοναστικό συγκρότημα. Οι (πολύ λιγότεροι) πιστοί επέστρεψαν τελικά για τη λειτουργία των Εννιαμέρων της Θεοτόκου, στις 23 Αυγούστου, όμως μέχρι την τελευταία στιγμή επικρατούσε αβεβαιότητα για τις αποφάσεις των τουρκικών Αρχών.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ανησυχία που εκφράζεται κάθε φορά που προκύπτει ένα νέο ζήτημα γύρω από την Παναγία Σουμελά δεν συνδέεται μόνο με το συγκεκριμένο γεγονός. Συνδέεται και με μια σειρά προηγούμενων χειρισμών που έχουν καλλιεργήσει δυσπιστία ως προς τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται ένα μνημείο με ιδιαίτερη θρησκευτική, ιστορική και συμβολική σημασία για τον ποντιακό ελληνισμό.
Αν λοιπόν κάποιοι στην Τουρκία αναρωτιούνται γιατί ένα προσωρινό κλείσιμο της μονής προκαλεί τόσο έντονες αντιδράσεις στην Ελλάδα, η απάντηση ίσως βρίσκεται λιγότερο στο ίδιο το γεγονός και περισσότερο στη συσσωρευμένη εμπειρία των τελευταίων ετών.
Γεωργία Βορύλλα
















