«Αν υπάρχει μετά θάνατον ζωή, όλα αυτά που ζήσαμε το μαύρο καλοκαίρι του 1974 θα τα κουβαλούμε και στην επόμενη ζωή». Με φωνή σπασμένη από συγκίνηση, ο Βάσος Χρίστου συμπυκνώνει σε μία φράση μια ολόκληρη ζωή σημαδεμένη από την αιχμαλωσία, το τραύμα και τη μνήμη.
Πρόεδρος του Συνδέσμου Αιχμαλώτων Πολέμου 1974, βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη μαζί με τους συναιχμαλώτους του Κυπριανό Γιαννή και Σπύρο Γαβριήλ, με αφορμή την αποψινή παρουσίαση του βιβλίου Κύπρος 1974, Φωνές αιχμαλωσίας, στο Πολεμικό Μουσείο Θεσσαλονίκης.
Οι τρεις τους δεν αφηγούνται απλώς ένα γεγονός. Επιστρέφουν σε εκείνες τις ημέρες που η τουρκική εισβολή στην Κύπρο διέλυσε ζωές, κοινότητες και οικογένειες, αφήνοντας πίσω αιχμαλώτους, αγνοούμενους και ανθρώπους που δεν κατάφεραν ποτέ πραγματικά να γυρίσουν από το καλοκαίρι του 1974.
«Οι νύχτες για μας είναι ατελείωτες. Δεν μπορεί ένας άνθρωπος που έζησε αυτά τα πράγματα να κοιμάται ήσυχος τα βράδια. Δεν μπορεί να τα ξεχάσει. Όσα χρόνια κι αν περάσουν», λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Βάσος Χρίστου.
Γεννημένος στο Πέλλα Παΐς της Κερύνειας, ήταν μόλις 18 ετών όταν έγινε η εισβολή. Εκείνη την ημέρα ήταν η σειρά του να καταταγεί στον στρατό. Δε ήξερε να κρατά όπλο, όπως λέει, και τον έβαλαν να μεταφέρει πυρομαχικά και τραυματίες. Παρ’ όλα αυτά, ένιωσε ότι έπρεπε να σταθεί δίπλα στην πατρίδα του.
Στις 2 Αυγούστου, εν καιρώ εκεχειρίας, οι τουρκικές δυνάμεις μπήκαν στο χωριό του. «Οι Τούρκοι δεν τήρησαν ποτέ την εκεχειρία. Την έκαναν μόνο για να προχωρήσουν τα άρματά τους», αναφέρει. Συνέλαβαν όλους τους άνδρες, από 15 έως 70 ετών. Οι γυναίκες και τα παιδιά περιορίστηκαν σε ξενοδοχείο, ενώ οι άνδρες οδηγήθηκαν στο Αββαείο.
«Μας είχαν εκεί με πολυβόλα πάνω από τα κεφάλια μας. Μέσα στον ήλιο. Διψασμένους. Περιμέναμε να μας εκτελέσουν», θυμάται. Λίγο αργότερα τους φόρτωσαν σε στρατιωτικά φορτηγά, με τα μάτια σφιχτά δεμένα, και τους μετέφεραν σε μάντρα ζώων στην Αγύρτα. «Ήταν η πρώτη μας φυλακή. Έβγαλαν τα ζώα και έβαλαν εμάς».
Εκεί έμειναν έξι ημέρες, μέσα σε άθλιες συνθήκες, χωρίς επαρκές νερό και φαγητό. «Κοιμόμασταν μέσα στα κόπρανα. Είχαν γεμίσει τα σώματά μας έντομα που μας έπιναν το αίμα», λέει. Χωρίς καταγραφή από τον Ερυθρό Σταυρό, κανείς δεν ήξερε αν θα ζούσε ή αν θα πέθαινε.

Συνολικά, περίπου 2.450 Ελληνοκύπριοι αιχμάλωτοι πολέμου πέρασαν από την αιχμαλωσία. Περισσότεροι από τους μισούς ήταν άμαχοι, ανάμεσά τους παιδιά 14 ετών και ηλικιωμένοι έως 70 ετών. Για τον Βάσο Χρίστου, αυτό δείχνει ότι η τραγωδία δεν αφορούσε μόνο στρατιώτες, αλλά ολόκληρες κοινότητες.
Ο ίδιος έμεινε αιχμάλωτος 58 ημέρες. Μετά την επιστροφή του, μετέτρεψε την εμπειρία σε αποστολή: μέσα από τον Σύνδεσμο Αιχμαλώτων Πολέμου συμμετέχει σε εκδηλώσεις μνήμης, παρουσιάσεις βιβλίων και δράσεις καταγραφής μαρτυριών, «για να θυμίζουν τα βάσανα και τις κακουχίες που περάσαμε. Αλλά και τη μεγάλη προδοσία που έγινε σε βάρος του κυπριακού ελληνισμού».
«Η μάνα μου νόμιζε ότι ήμουν αγνοούμενος»
Ο Κυπριανός Γιαννής, βετεράνος του 251 Τάγματος Πεζικού της Εθνικής Φρουράς, κουβαλά μια άλλη διαδρομή μέσα στην ίδια τραγωδία.
Υπηρετούσε σε ένα από τα πρώτα τάγματα που βρέθηκαν απέναντι στην τουρκική απόβαση στην Κερύνεια. Το 251 υπέστη τεράστιες απώλειες. Από περίπου 300 άνδρες, όπως λέει, 125 σκοτώθηκαν ή αγνοούνται. Ανάμεσά τους και ο διοικητής τους, αντισυνταγματάρχης Παύλος Κουρούπης, τον οποίο οι στρατιώτες του θεωρούσαν «πατέρα».
Μετά την κατάρρευση της άμυνας στην Κερύνεια, ο ίδιος και λίγοι ακόμη στρατιώτες προσπάθησαν να σωθούν. Βρήκαν καταφύγιο στο σπίτι μιας Αμερικανίδας, άφησαν τα όπλα τους, όπως τους ζήτησε, και την επόμενη ημέρα παραδόθηκαν όταν εμφανίστηκαν Τούρκοι στρατιώτες.
«Μας βάλαν κάτω, μας πήραν τα λεφτά, τα ρολόγια, μας δέσαν τα χέρια», θυμάται.
Αρχικά κρατήθηκαν στην Αγύρτα και στη συνέχεια μεταφέρθηκαν με αποβατικά πλοία στην Τουρκία. Στις φυλακές της Αμάσειας, εκείνο που θυμάται ακόμη είναι τα βαριά κάγκελα και το νερό. «Θυμάμαι δύο πράγματα από τις φυλακές της Αμάσειας: τα σίδερα ήταν χοντρά… και πόσο γλυκό ήταν το νερό».
Έμεινε αιχμάλωτος 99 ημέρες. Για εβδομάδες η οικογένειά του δεν ήξερε αν ζούσε. «Η μάνα μου νόμιζε ότι ήμουν αγνοούμενος», λέει.
«Έχουμε δύο γενέθλια»
Ο Σπύρος Γαβριήλ θυμάται την 16η Αυγούστου στη Μια Μηλιά, όταν οι στρατιώτες πίστεψαν αρχικά ότι έφτανε ελληνική βοήθεια. Όταν όμως οι δυνάμεις πλησίασαν, είδαν τις τουρκικές σημαίες. «Τότε καταλάβαμε πως δεν ήταν ελληνικά. Ήταν προδομένα τα πράγματα», αναφέρει.
Μαζί με άλλους στρατιώτες προσπάθησε να κρυφτεί σε εργοστάσιο ξυλείας. Όταν εντοπίστηκαν, παραδόθηκαν. «Μας έδεσαν τα χέρια πίσω με πλαστικά δεματικά και μας έβαλαν στον τοίχο». Εκείνη τη στιγμή πίστεψε πως θα τους εκτελούσαν.
Ακολούθησαν μεταφορές, ξυλοδαρμοί και εξευτελισμοί. «Το πιο δύσκολο ήταν οι μετακινήσεις», λέει, περιγράφοντας ώρες μέσα σε λεωφορεία, με τα χέρια δεμένα και χωρίς να γνωρίζουν πού τους οδηγούν.

Όταν απελευθερώθηκε στις 28 Οκτωβρίου, ένιωσε πως γεννήθηκε ξανά. «Έχουμε δύο γενέθλια. Την ημέρα που γεννηθήκαμε και την ημέρα που απελευθερωθήκαμε», λέει.
Και κάθε χρόνο, όταν ακούει τις σειρήνες, οι μνήμες επιστρέφουν. «Είναι σαν να επιστρέψαμε από την κόλαση πίσω στη γη».
Οι ιστορίες των τριών πρώην αιχμαλώτων έγιναν το βιβλίο Κύπρος 1974. Φωνές αιχμαλωσίας, σε επιμέλεια Χαράλαμπου Α. Αλεξάνδρου, το οποίο παρουσιάζεται απόψε στις 19:00 στο Πολεμικό Μουσείο Θεσσαλονίκης. Στην εκδήλωση θα είναι και η υπουργός Παιδείας, Αθλητισμού και Νεολαίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αθηνά Μιχαηλίδου.
Για τους ίδιους όμως, η αιχμαλωσία δεν τελείωσε με την απελευθέρωση. «Δοξάζουμε τον Θεό που είμαστε ζωντανοί. Αλλά ο νους μας είναι πάντα σε αυτούς που δεν είχαν τη δική μας τύχη. Στους αγνοούμενους», λέει ο Βάσος Χρίστου.
















