Με φόντο τις γεωπολιτικές εξελίξεις στα Βαλκάνια αλλά και τη νέα συζήτηση γύρω από τις τουρκικές διεκδικήσεις της «Γαλάζιας Πατρίδας», συνεδριάζει σήμερα το Εθνικό Συμβούλιο Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΣΕΠ), υπό την προεδρία του Γιώργου Γεραπετρίτη.
Στο επίκεντρο της συνεδρίασης αναμένεται να βρεθεί η στρατηγική της Ελλάδας για τα Δυτικά Βαλκάνια ενόψει της ανάληψης της ελληνικής προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης το δεύτερο εξάμηνο του 2027.
Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, ο υπουργός Εξωτερικών αναμένεται να παρουσιάσει τις πρωτοβουλίες που προτίθεται να αναλάβει η Αθήνα για την επιτάχυνση της ευρωπαϊκής προοπτικής των χωρών της περιοχής, σε μια περίοδο κατά την οποία η ΕΕ επιχειρεί να επαναφέρει δυναμικά το ζήτημα της διεύρυνσης.
Ο ίδιος έχει ήδη αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο η ελληνική προεδρία του 2027 να συνδεθεί ακόμη και με την ένταξη μίας ή περισσότερων χωρών.
Μιλώντας πρόσφατα στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, ο Γιώργος Γεραπετρίτης είχε χαρακτηρίσει τη διεύρυνση προς τα Δυτικά Βαλκάνια «ζήτημα αξιοπιστίας για την Ευρώπη», υπενθυμίζοντας ότι η Ελλάδα υπήρξε η χώρα που, με τη Διακήρυξη της Θεσσαλονίκης το 2003, έθεσε τις βάσεις της ευρωπαϊκής πορείας των κρατών της περιοχής.
Στο πλαίσιο αυτό, η Αθήνα εμφανίζεται έτοιμη να αναλάβει πιο ενεργό ρόλο ως γέφυρα με τις Βρυξέλλες, επιδιώκοντας να ενισχύσει την περιφερειακή σταθερότητα και να περιορίσει την επιρροή τρίτων δυνάμεων στην περιοχή.
Στο τραπέζι και η «Γαλάζια Πατρίδα»
Παράλληλα, ο υπουργός Εξωτερικών αναμένεται να ενημερώσει τα μέλη του ΕΣΕΠ και για τις εξελίξεις γύρω από το τουρκικό νομοσχέδιο που –σύμφωνα με πληροφορίες– ενσωματώνει βασικές διεκδικήσεις της λεγόμενης «Γαλάζιας Πατρίδας».
Το ζήτημα παρακολουθείται στενά από την Αθήνα, καθώς θεωρείται ότι επαναφέρει στο προσκήνιο τον αναθεωρητικό λόγο της Άγκυρας σε μια περίοδο όπου οι δύο χώρες επιχειρούν να διατηρήσουν ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας.
Ο Γιώργος Γεραπετρίτης έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι η πολιτική των «ήρεμων νερών» που ακολουθεί η ελληνική κυβέρνηση έναντι της Τουρκίας «δεν αποτελεί πολιτική υποχώρησης αλλά στρατηγική επιλογή», επιμένοντας ότι η Αθήνα επιδιώκει σταθερότητα χωρίς να εγκαταλείπει τις πάγιες εθνικές της θέσεις.
















