Η Ελισάβετ Σεϊτανίδου γεννήθηκε στον οικισμό Σανογιά (τμήμα Ματσούκας), σε μικρή απόσταση από τους οικισμούς Μουτάντων και Δανίαχα. Απείχε 10 χλμ από το Τζεβιζλίκ και 35 χλμ από την Τραπεζούντα. Εκκλησιαστικά ο οικισμός άνηκε στη μητρόπολη Ροδοπόλεως και πριν από το 1914 ο πληθυσμός του ανερχόταν σε περίπου 200 Έλληνες κατοίκους, οι οποίοι προέρχονταν κυρίως από την περιοχή της Αργυρούπολης και μιλούσαν ποντιακά.
Οι κάτοικοι διατηρούσαν εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Θεόδωρο και Δημοτικό Σχολείο.
Διέθεταν κυρίως γαλακτοκομικά προϊόντα και φρούτα στις αγορές του Τζεβιζλίκ και της Τραπεζούντας. Για να συμπληρώσουν το εισόδημά τους, πολλοί ξενιτεύονταν στην Κωνσταντινούπολη, τη Ρωσία και την Αμερική. Με την Ανταλλαγή, οι περισσότεροι κάτοικοι εγκαταστάθηκαν στον οικισμό Μέγα Ρεύμα της Νάουσας.
Η μαρτυρία που ακολουθεί περιλαμβάνεται στο Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, της μεγαλύτερης και παλαιότερης συλλογής προφορικής ιστορίας στην Ελλάδα και από τις σημαντικότερες της Ευρώπης.
≈
Σαν ήρθαν οι Ρώσοι στην Τραπεζούντα, το χωριό μας άδειασε. Κατεβήκαμε από τη Σανογιά και σταθήκαμε στο Τζεβιζλίκ. Οι Τούρκοι μπήκαν στο χωριό, πήραν τα ζώα μας, και φοβηθήκαμε. Γι’ αυτό και κατεβήκαμε στο Τζεβιζλίκ.
Ένα χρόνο πρόσφυγες μείναμε. Ούτε σπείραμε εκείνη τη χρονιά, ούτε τίποτε κάναμε. Πεινάσαμε και υποφέραμε.
Στο χρόνο απάνω, στις αρχές του 1917, γυρίσαμε στο χωριό. Οι Ρώσοι είχαν προχωρήσει τότε, ήρθαν και στα δικά μας μέρη και δεν είχαμε φόβο από τους Τούρκους. Άμα, όμως, ήρθε το τέλος του ’17, άλλαξαν τα πράγματα. Οι Ρώσοι οπισθοχώρησαν και κατέβηκαν τσέτες να πατήσουν το χωριό.
Ήταν αρχές του ’18 που ήρθαν οι Τσέτες στη Σανογιά. Στις πέντε η ώρα το πρωί ήρθαν και πάτησαν το χωριό. Σφάξανε γυναίκες, εξόρισαν άνδρες, κατέστρεψαν κορίτσια, και τι δεν έκαναν. Μπήκαν στα σπίτια και πήραν τα ζώα μας, πήραν τα πράγματά μας. Όπου φύγει-φύγει, το μισό χωριό μπήκε μέσα στο ποτάμι της Σανογιάς για να γλιτώσει. Περπατήσαμε μέσα από το ποτάμι κι οι σφαίρες πέφτανε σα χαλάζι πάνω από τα κεφάλια μας. Όποιος μπήκε στο ποτάμι γλίτωσε. Όσοι δεν προλάβανε να φύγουν, μπήκαν οι τσέτες και τους σφάξανε και τους κατάστρεψαν. Από το ποτάμι βγήκαμε στο δρόμο και ήρθαμε στο Τζεβιζλίκ. Μείναμε λίγο εκεί κι ύστερα ανεβήκαμε σε κάρα και κατεβήκαμε στην Τραπεζούντα.
Στην Τραπεζούντα κάναμε μερικές μέρες. Μαζευτήκαμε σε κάτι σπίτια που ήταν κατεστραμμένα. Τότε έχασα και την αδελφή μου. Φασαρία γινότανε, οι Ρώσοι φεύγανε, και στην αναμπουμπούλα χάθηκε. Ακόμα δεν έμαθα που βρίσκεται, κι αν ζει. Πολύ άσχημα περάσαμε στην Τραπεζούντα.
Εμάς τους Σανογιανίτ’ πολύ μας εχθρεύονταν οι Τούρκοι. Ύστερα από το κακό που μας έκαναν, μπήκαν και στην Τραπεζούντα και μας ψάχνανε. Ανέβαιναν στα παράθυρα για να μας κλέψουν. Πολύ φόβο είχαμε.
Μάρτης μήνας ήταν που φύγαμε από την Τραπεζούντα. Όλους τους φτωχούς, που δεν είχαν λεφτά, τους βάλαν δωρεάν σ’ ένα τούρκικο βαπόρι. Το λέγαν «Κιρτσεμάρ», όπως θυμάμαι. Απάνω στο βαπόρι έπεσε αρρώστια. Πέθανε ο κόσμος και τους έριχναν στη θάλασσα, τότε πέθανε και η μάνα μου και τη ρίξαμε στη θάλασσα κι αυτήν. Αρρώστησα κι εγώ, και στην Πόλη, που φτάσαμε, άρρωστη με βγάλανε και με πήγανε στο νοσοκομείο. Είχα αδερφό στην Πόλη που έψαξε και με βρήκε και σαν έγινα καλά με πήρε από το νοσοκομείο.
Στην Πόλη μείναμε ως τα 1922, που έγινε η Ανταλλαγή. Μας είπανε τότε πως θα γίνομε ανταλλάξιμοι και μας μάζεψαν για να μας στείλουν στην Ελλάδα. Εγώ που βρέθηκα μόνη μου, ξένοι φρόντισαν και με βάλανε σε βαπόρι με άλλους ανταλλάξιμους. Πώς το λέγαν το βαπόρι δεν θυμάμαι. Μας βγάλανε στη Θεσσαλονίκη και μας βάλανε καραντίνα. Σ’ ένα χτίριο μας βάλανε.
Στην καραντίνα πολύς κόσμος πέθανε. Άκουγες να φωνάζουν και πέθαιναν.
Από την καραντίνα ξένοι πάλι φρόντισαν και με βάλαν σε κάποιο σπίτι υπηρέτρια. Καλά δεν πέρασα. Είχα μιαν αδελφή παντρεμένη σε χωριό της Κοζάνης. Έψαξε ο γαμπρός μου και με βρήκε και μ’ έφερε στο χωριό. Το λέγαν Σκήτη. Εκεί μαζεύτηκαν πολλοί Πόντιοι…
















