Τα βλαστικά κύτταρα και οι προηγμένες κυτταρικές θεραπείες παρουσιάζονται συχνά ως η επανάσταση της σύγχρονης Ιατρικής. Και πράγματι, σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν ήδη αλλάξει τη ζωή ασθενών με σοβαρές παθήσεις.
Όμως πίσω από την ελπίδα, οι ειδικοί προειδοποιούν ότι αναπτύσσεται παράλληλα και μια επικίνδυνη αγορά «θεραπειών-θαυμάτων», χωρίς επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση και χωρίς ουσιαστικό έλεγχο.
Μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, η πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Γονιδιακής Θεραπείας και Αναγεννητικής Ιατρικής Μαρία Ρουμπελάκη, ξεκαθαρίζει ότι η πρώτη μεγάλη αλήθεια είναι πως «τα βλαστικά κύτταρα δεν είναι πανάκεια».
Όπως εξηγεί, οι κυτταρικές θεραπείες και τα φαρμακευτικά προϊόντα προηγμένων θεραπειών (ATMPs) αποτελούν σήμερα ένα από τα πιο ελπιδοφόρα πεδία της Ιατρικής, καθώς βασίζονται στη χρήση κυττάρων, γονιδιακών τροποποιήσεων ή βιολογικών προϊόντων για την αντιμετώπιση σοβαρών νοσημάτων.
Ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο έχουν τα βλαστικά κύτταρα, λόγω της ικανότητάς τους να αυτοανανεώνονται και να μετατρέπονται σε εξειδικευμένα κύτταρα, κάτι που τα καθιστά πολύτιμο εργαλείο για την Αναγεννητική Ιατρική.
Ωστόσο, όπως τονίζει η Μαρία Ρουμπελάκη, αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε θεραπεία που διαφημίζεται ως «καινοτόμα» είναι και ασφαλής ή αποτελεσματική.
Εγκεκριμένες θεραπείες και επικίνδυνες υποσχέσεις
Σήμερα υπάρχουν ήδη επιστημονικά τεκμηριωμένες εφαρμογές, όπως η μεταμόσχευση αρχέγονων αιμοποιητικών κυττάρων που χρησιμοποιείται εδώ και δεκαετίες σε σοβαρά αιματολογικά νοσήματα, αλλά και οι θεραπείες CAR-T, οι οποίες έχουν αλλάξει τα δεδομένα σε ορισμένες μορφές καρκίνου.
Την ίδια στιγμή όμως, πολλές άλλες εφαρμογές παραμένουν ακόμη σε στάδιο έρευνας ή κλινικών δοκιμών.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται και ο μεγαλύτερος κίνδυνος, σύμφωνα με την πρόεδρο της Ελληνικής Εταιρείας Γονιδιακής Θεραπείας και Αναγεννητικής Ιατρικής: να συγχέονται οι εγκεκριμένες θεραπείες με πειραματικές ή ακόμη και ατεκμηρίωτες πρακτικές.
Η ίδια αναφέρεται κυρίως στο φαινόμενο του λεγόμενου «βλαστοκυτταρικού τουρισμού», που έχει αναπτυχθεί διεθνώς τα τελευταία χρόνια. Όπως εξηγεί, ασθενείς με σοβαρές ή ανίατες νόσους ταξιδεύουν σε χώρες ή ιδιωτικά κέντρα όπου προσφέρονται «εξατομικευμένες» θεραπείες με βλαστικά κύτταρα, χωρίς όμως αυτές να έχουν περάσει από τις απαραίτητες κλινικές δοκιμές ή να έχουν εγκριθεί από αρμόδιες αρχές όπως ο EMA, ο FDA ή ο ΕΟΦ.
«Όταν ένας ασθενής αναζητά ελπίδα, γίνεται πιο ευάλωτος σε υποσχέσεις για μη τεκμηριωμένες θεραπείες που συχνά εμπορεύονται την ελπίδα», σημειώνει.
Τι πρέπει να ρωτούν οι ασθενείς
Η σωστή ενημέρωση, τονίζει η Μαρία Ρουμπελάκη, είναι απολύτως κρίσιμη. Γι’ αυτό οι ασθενείς θα πρέπει πάντα να ελέγχουν:
• αν η θεραπεία είναι επίσημα εγκεκριμένη,
• για ποια πάθηση έχει εγκριθεί,
• ποια αρχή την έχει αξιολογήσει,
• αν υπάρχει επίσημος αριθμός έγκρισης,
• αν χορηγείται σε πιστοποιημένο νοσοκομειακό περιβάλλον.
Όπως επισημαίνει, ακόμη και όταν μια θεραπεία προσφέρεται στο εξωτερικό, αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι λειτουργεί μέσα σε αυστηρό και ελεγχόμενο πλαίσιο ασφάλειας.
Η Ελλάδα και οι προηγμένες θεραπείες
Σύμφωνα με τη Μαρία Ρουμπελάκη, η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα σε ένα κρίσιμο μεταβατικό στάδιο όσον αφορά τις προηγμένες θεραπείες.
Η ίδια χαρακτηρίζει σημαντική τη δημόσια συζήτηση που έχει ανοίξει γύρω από τις κυτταρικές θεραπείες, ενώ αναφέρεται και στο νέο υπό διαβούλευση νομοσχέδιο που εισάγει τη δυνατότητα παραγωγής και χορήγησης φαρμακευτικών προϊόντων προηγμένων θεραπειών στο πλαίσιο της λεγόμενης «νοσοκομειακής εξαίρεσης».
Όπως ξεκαθαρίζει, αυτή η δυνατότητα μπορεί να αποτελέσει πολύτιμο εργαλείο για περιορισμένο αριθμό ασθενών που δεν έχουν άλλες θεραπευτικές επιλογές, αλλά μόνο υπό αυστηρές προϋποθέσεις και με στενή εποπτεία από αρμόδιους φορείς όπως ο ΕΟΦ και το υπουργείο Υγείας.
«Το ζητούμενο δεν είναι να περιοριστεί η καινοτομία, αλλά να προστατευθεί», υπογραμμίζει.
Η ίδια σημειώνει ότι η Ελλάδα διαθέτει σημαντικό επιστημονικό δυναμικό και εξειδικευμένα πανεπιστημιακά και νοσοκομειακά κέντρα, όμως απαιτείται σαφές θεσμικό πλαίσιο, διαφάνεια και αυστηρός έλεγχος.
Κλείνοντας, η Μαρία Ρουμπελάκη στέλνει ένα σαφές μήνυμα: «Η πραγματική πρόοδος δεν θα έρθει μέσα από υπερβολικές υποσχέσεις ή “θεραπείες-θαύματα”, αλλά μέσα από τεκμηρίωση, υπευθυνότητα και θεσμική θωράκιση».
















