Κοντάκιο του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού με ακροστιχίδα: «του ταπεινού Ρωμανού αίνος εις το πάθος».
Ελεύθερη απόδοση στη σύγχρονη μορφή της γλώσσας μας από τον Θεόφιλο Πουταχίδη.
Προοίμιο
Με τη δική Σου τη θανή, που εκούσια καταδέχτηκες, βρήκαμε αθάνατη ζωή,
ω, Παντοδύναμε Θεέ των όλων Συ μοναδικέ.
Γιατί, με την αγία Ανάσταση, Εύσπλαχνε, τη δική Σου, από το θάνατο ξανά προς τη ζωή μας προσκαλείς,
Εσύ που κατασύντριψες τα βέλη του Βελίαρ, του Άδη τα νικητήρια και του Θανάτου το κεντρί.
Οίκοι
α’. Μα είναι απερίγραπτο, είναι ακατανόητο, πράγματι, ω! Σωτήρα μας, ετούτο το μυστήριο που η θεία Πρόνοιά Σου, η θεία οικονομία Σου, έφερε μπρος στα μάτια μας.
Συγκεκριμένα, δηλαδή, είναι τελείως μυστήριο το πώς ομοούσιος μ’ εμάς έγινες, μα παρέμεινες ομοούσιος του Πατέρα. Αλλά μου φαίνεται αυτό πως έτσι έχει γίνει, ώστε να καταλάβουμε
πέρα από αμφιβολία, πως Είσαι Ένας κι ο Αυτός κι ας έχεις δύο φύσεις, που όμως δεν συγχέονται και αμιγείς υπάρχουν.
Παρέμεινες να είσαι αυτό που ήσουν πάντοτε, μα έγινες ταυτόχρονα κι εκείνο που δεν ήσουν,
μιας κι ενσαρκώθηκες για εμάς από μια Κόρη Πάναγνη, από Παρθένο Κόρη· κι έτσι έγινες άνθρωπος, σαν ένας από μας, με μια μονάχα διαφορά που είναι η αμαρτία ‒ σε τούτο δεν μας έμοιασες, ότι είσαι αναμάρτητος.
Κι είσαι Θεός αληθινός μα και συνάμα άνθρωπος· ναι, άνθρωπος κανονικός κι όχι καμιά οπτασία που φαίνεται σαν άνθρωπος.
Ένας, ο Ίδιος κι ο Αυτός, είσαι και καταδέχτηκες να υποστείς μαρτύρια, ήγουν τα θεία Πάθη, κατά το σχέδιο του Θεού, τη θεία οικονομία,
για να χαρίσεις σ’ όλους μας ελευθερία αληθινή από όλα μας τα πάθη,
Εσύ που κατασύντριψες τα βέλη του Βελίαρ, του Άδη τα νικητήρια και του Θανάτου το κεντρί.
β’. Εσύ που απλώς προστάζοντας δημιούργησες τα πάντα, μάς φανερώθηκες στη γη χωρίς ποτέ να χωριστείς, όμως, απ’ τον Πατέρα.
Γιατί, η θεότητά Σου δεν είν’ πως έχει κάποια αρχή, ξεκίνημα δεν έχει, ούτε υπάρχει η στιγμή, συγκεκριμένος χρόνος που Εσύ δημιουργήθηκες,
αλλά υπάρχεις πάντοτε, υπάρχεις πριν απ’ την αρχή, πριν ξεκινήσει ο χρόνος κι αιώνια παραμένεις μαζί με τον Πατέρα Σου, στ’ αλήθεια προαιώνιος.
Γιατί δεν είσαι κτίσμα, αλλ’ όμως έχεις γεννηθεί απ’ τον Θεό Πατέρα·
κι ως Λόγος Συ συνάναρχος αιώνια είσαι μαζί μ’ Εκείνον που Σε γέννησε, με Τον οποίο είσαι πάντοτε ομοούσιος.
Καθώς λοιπόν Ομοούσιος είσαι με τον Πατέρα, και με το Πνεύμα το Άγιο,
έτσι Σε παραδέχονται και φανερά Σ’ ομολογούν αδιαίρετο, αχώριστο απ’ την Αγία Τριάδα,
ακόμα κι όταν δέχτηκες, ως άνθρωπος που έγινες με σάρκα και οστά, να πάθεις και να σταυρωθείς,
Εσύ που κατασύντριψες τα βέλη του Βελίαρ, του Άδη τα νικητήρια και του Θανάτου το κεντρί.
γ’. Υιός Εσύ κι αχώριστος απ’ του Θεού Πατέρα Σου την άναρχη θεότητα, το θέλησες και έγινες και άνθρωπος συνάμα.
Από τη μια δεν άλλαξες τη θεία Σου ουσία που έμεινε αμετάβλητη, καθώς απ’ τη Μητέρα Σου
έλαβες φύση ανθρώπινη και τη μορφή που έχουμε εμείς οι δούλοι του Θεού.
Κι έτσι, οι πάντες Σε ομολογούν ως, πράγματι, τον Έναν, μοναδικό Μονογενή
και Άκτιστο, βεβαίως, Υιό και Λόγο του Θεού ‒ που ανθρώπου νους δεν το χωρά να Σε κατανοήσει.
Αλλά από την άλλη, ως κτίσμα εμφανίστηκες παίρνοντας τη μορφή που έχουμε εμείς οι άνθρωποι ‒ του Θεού, εμείς, οι δούλοι. Για χάρη μας το έκανες, για εμάς το γένος των βροτών.
Στον ουρανό Αόρατος, μα όλοι μπορούνε να σε δουν στη γη έτσι όπως ήρθες.
Στο σώμα Σου το ανθρώπινο το Πάθος καταδέχτηκες· για χάρη όλων μας Εσύ, δέχτηκες το μαρτύριο,
Εσύ που κατασύντριψες τα βέλη του Βελίαρ, του Άδη τα νικητήρια και του Θανάτου το κεντρί.
δ’. Έναν και τον Αυτό Χριστό εμείς αναγνωρίζουμε· πολύ καλά γνωρίζουμε τον Έναν, τον μοναδικό Υιό που είναι ταυτόχρονα Θεός μαζί και άνθρωπος.
Από τη μια αθάνατος κατά τη θεία κι αιώνια τη φύση Του υπάρχει· από την άλλη, όμως, υπέμεινε τον θάνατο στο ανθρώπινό Του σώμα.
Γιατί ό,τι είναι υλικό, γίνεται να υποφέρει βάσανα που ’ν’ για τους βροτούς. Ποια βάσανα εννοούμε;
Πρέπει να τ’ αναφέρουμε; Όλοι γνωρίζουνε καλά ότι αναφερόμαστε στον πόνο και στις προσβολές,
στους χλευασμούς και στις πληγές. Κανείς χωρίς παθήματα, παρά μονάχα το Άκτιστο.
Αν με αυτόν τον τρόπο πιστεύεις, λοιπόν, άνθρωπε, ποτέ σου δεν θα πέσεις στην αμαρτία της πλάνης
να θεωρείς πως έπαθε σωματικά στη Σταύρωση η θεϊκή η φύση, τού εκ Θεού Πατρός Υιού, Χριστού, Θεού και Λόγου.
Μα ούτε κι απ’ την άλλη, να λες πως τούτο δείχνει πως ήτανε ξεχωριστές οι δύο Του οι φύσεις· η ενότητα στις φύσεις Σου ‒ανθρώπινης και θεϊκής‒ Χριστέ μου δεν διαιρείται,
Εσύ που κατασύντριψες τα βέλη του Βελίαρ, του Άδη τα νικητήρια και του Θανάτου το κεντρί.
















