Η εικόνα της ημέρας είναι μία: κλιμάκωση χωρίς ορατή διέξοδο. Ο Ντόναλντ Τραμπ ανεβάζει ταυτόχρονα την ένταση σε πολλαπλά μέτωπα – από το Ιράν και τη Μέση Ανατολή μέχρι την Ευρώπη και την παγκόσμια οικονομία, δημιουργώντας ένα σκηνικό αβεβαιότητας που επεκτείνεται πέρα από τη διπλωματία.
Στο μέτωπο της κρίσης με το Ιράν, η Τεχεράνη κατέθεσε νέα πρόταση μέσω Πακιστάν, επιχειρώντας να σπάσει το αδιέξοδο: άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ και τερματισμός του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού, αφήνοντας για αργότερα το κρίσιμο ζήτημα του πυρηνικού προγράμματος.
Ωστόσο, ο Αμερικανός πρόεδρος την απέρριψε ουσιαστικά, δηλώνοντας πως «δεν είναι ικανοποιημένος» και αφήνοντας ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο πλήρους σύγκρουσης: «Ή θα καταλήξουμε σε συμφωνία ή θα τους ισοπεδώσουμε». Μάλιστα, προχώρησε ένα βήμα παραπέρα, λέγοντας ότι οι ΗΠΑ ίσως είναι «καλύτερα χωρίς συμφωνία».
Το κλίμα επιβαρύνεται ακόμη περισσότερο από δηλώσεις Ιρανού αξιωματικού, ο οποίος χαρακτήρισε «πιθανή» την επανέναρξη του πολέμου, ενώ στην πράξη η ένταση παραμένει υψηλή σε όλη την περιοχή: ισραηλινά πλήγματα στον νότιο Λίβανο με τουλάχιστον επτά νεκρούς, αλλά και η υπόθεση του στολίσκου «Global Sumud Flotilla», με ακτιβιστές να μεταφέρονται στο Ισραήλ για ανάκριση.
Την ίδια στιγμή, ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ επέλεξε μια ακόμη πιο επιθετική ρητορική, δηλώνοντας ότι το αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικό ενεργεί «όπως οι πειρατές» για την επιβολή του αποκλεισμού στα ιρανικά λιμάνια – μια φράση που αποτυπώνει το πώς η στρατιωτική πίεση αντικαθιστά τη διπλωματία.
Και ενώ η γεωπολιτική ένταση ανεβαίνει, το ενεργειακό ρίσκο γίνεται πλέον άμεσο. Αν τα Στενά του Ορμούζ παραμείνουν κλειστά, οι προειδοποιήσεις είναι σαφείς: «Τα χειρότερα έρχονται». Ειδικοί εκτιμούν ότι μέσα σε τέσσερις εβδομάδες η αγορά μπορεί να φτάσει σε σημείο ασφυξίας, με συνέπειες στην παγκόσμια οικονομία.
Ένα δεύτερο μέτωπο ανοίγει, με την Ευρώπη
Μόλις εννέα μήνες μετά τη συμφωνία ΕΕ-ΗΠΑ για δασμούς 15%, ο Αμερικανός ανακοίνωσε αιφνιδιαστικά αύξηση στο 25% για αυτοκίνητα και φορτηγά από την Ευρωπαϊκή Ένωση, κατηγορώντας τις Βρυξέλλες για μη συμμόρφωση.
Στόχος του, όπως είπε, είναι να πιέσει τις ευρωπαϊκές αυτοκινητοβιομηχανίες να μεταφέρουν την παραγωγή τους στις ΗΠΑ.
Η αντίδραση ήταν άμεση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση χαρακτήρισε το μέτρο «απαράδεκτο», ενώ η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία προειδοποίησε για «τεράστιο κόστος» – όχι μόνο για την Ευρώπη, αλλά και για τους ίδιους τους Αμερικανούς καταναλωτές.
Την ίδια ώρα, η ένταση μεταφέρεται και στο πεδίο της ασφάλειας. Το Πεντάγωνο ανακοίνωσε την απόσυρση περίπου 5.000 Αμερικανών στρατιωτών από τη Γερμανία μέσα στον επόμενο χρόνο, σε μια κίνηση που εντείνει τη ρήξη με τους Ευρωπαίους συμμάχους.
Το ΝΑΤΟ προσπαθεί να κατανοήσει τις λεπτομέρειες της απόφασης, με την εκπρόσωπο της Συμμαχίας να τονίζει ότι η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει την ανάγκη η Ευρώπη να αναλάβει μεγαλύτερο βάρος για την άμυνά της.
















