Ένα νέο σημείο αναφοράς αποκτά η Αθήνα, καθώς το Ίδρυμα Ωνάση, σε συνεργασία με τον Δήμο Αθηναίων, τοποθέτησε γλυπτό του Κωνσταντίνου Καβάφη στον πεζόδρομο της Διονυσίου Αρεοπαγίτου, μπροστά από την Ωνάσειο Βιβλιοθήκη και την Onassis Mandra.
Πρόκειται για μια παρέμβαση που επιχειρεί να εντάξει τον ποιητή στην καθημερινότητα της πόλης, όχι ως απόμακρο σύμβολο, αλλά ως ζωντανή παρουσία στον αστικό ιστό.
Η φράση «Αγαπώ τόσῳ πολύ τας Αθήνας», που έγραψε ο Καβάφης το 1903, λειτουργεί σχεδόν ως αφετηρία αυτής της πρωτοβουλίας. Η Αθήνα ήταν για εκείνον τόπος έμπνευσης, δοκιμής και αναζήτησης αναγνώρισης. Σήμερα, το γλυπτό φιλοδοξεί να τον «επιστρέψει» σε αυτή την πόλη με έναν τρόπο άμεσο και ανθρώπινο, επιτρέποντας στους περαστικούς να καθίσουν δίπλα του και να σταθούν για λίγο σε έναν άτυπο διάλογο μαζί του.
Η ιδέα αντλεί έμπνευση και από μια προσωπική του καταγραφή, όταν, στις 26 Ιουνίου 1901, σημείωνε: «Μόλις γύρισα από την επίσκεψή μου στο Μνημείο του Λυσικράτους. Φρικτός ο ήλιος στο σημείο μεταξύ Ζαππείου κι οδού Λυσικράτους. Ξαναείδα προσεκτικά την Πύλη του Αδριανού». Μέσα από αυτή τη ματιά, ο Καβάφης εμφανίζεται όχι μόνο ως ποιητής, αλλά και ως παρατηρητής της πόλης.
Το έργο, που παραδόθηκε επίσημα στις 28 Απριλίου, είναι δημιουργία του γλύπτη Πραξιτέλη Τζανουλίνου και σηματοδοτεί ακόμη μία «επιστροφή» του Καβάφη στην Αθήνα, μετά τα εγκαίνια του Αρχείου Καβάφη τον Νοέμβριο του 2023. Η παρουσία του στην πόλη ενισχύεται πλέον και στον δημόσιο χώρο, όπου –όπως υποδηλώνεται– «Αγαπώ τόσω πολύ τας Αθήνας» δεν είναι απλώς μια φράση του παρελθόντος, αλλά μια φωνή που «ακούγεται πιο δυνατά» σήμερα.
Στην εκδήλωση παρευρέθηκαν εκπρόσωποι από τον πολιτικό, πολιτιστικό και ακαδημαϊκό χώρο. Ο πρόεδρος του Ιδρύματος Ωνάση, Αντώνης Σ. Παπαδημητρίου, υπογράμμισε: «Για το Ίδρυμα Ωνάση όλα είναι πολιτισμός – και σίγουρα ο πολιτισμός δεν περιορίζεται στους θεσμικούς χώρους. Αντιθέτως, αποτελεί μέρος της καθημερινής ζωής στον δρόμο, στον αστικό ιστό, στον χώρο των κοινών εμπειριών. Με το πνεύμα αυτό παραδίδουμε στην ήδη αναπλασμένη Διονυσίου Αρεοπαγίτου το γλυπτό έργο του Πραξιτέλη Τζανουλίνου που απεικονίζει τον Κ. Π. Καβάφη. Θυμίζοντας τον πολιτισμό της καθημερινότητας και εντάσσοντας την ποίηση στις καθημερινές διαδρομές μας».
Από την πλευρά της Πολιτείας, η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη ανέφερε: «Η Διονυσίου Αρεοπαγίτου είναι ίσως ο πιο κοσμοπολίτικος δρόμος της Αθήνας, το ιδανικό σημείο για την τοποθέτηση του γλυπτού του Κωνσταντίνου Καβάφη. Εδώ συναντώνται συμβολικά η κλασική Αθήνα και η Ρώμη, ενώ καθημερινά περνούν άνθρωποι από όλο τον κόσμο. Ο Πραξιτέλης Τζανουλίνος απέδωσε με εξαιρετική ευαισθησία τη μορφή του ποιητή. Και αυτό που θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι ο Καβάφης δεν παρουσιάζεται ως μια συμβατική προτομή ή ένας ανδριάντας, αλλά καθισμένος σε ένα παγκάκι, προσκαλώντας τον καθένα να καθίσει δίπλα του, να διαβάσει, να σκεφτεί και να συνομιλήσει μαζί του. Πρόκειται για ένα ξεχωριστό τοπόσημο, το τρίτο που δημιουργείται για τον Καβάφη με τη συμβολή του Ιδρύματος Ωνάση, μετά το Aρχείο και την οικία του στην Αλεξάνδρεια. Ένα έργο που μας καλεί όλους να πλησιάσουμε τον ποιητή και να ανακαλύψουμε ξανά τη φωνή του μέσα από τα ποιήματά του».
Το στίγμα της δημοτικής αρχής μετέφερε ο αντιδήμαρχος Οικονομικού Προγραμματισμού Γιώργος Γιάνναρος, μεταφέροντας τα λόγια του δημάρχου Αθηναίων Χάρη Δούκα: «Κάθε γωνιά της Αθήνας μπορεί να γίνει ένα σημείο αναφοράς. Αρκεί να υπάρχει σχέδιο και έμπνευση. Με το γλυπτό παγκάκι του Καβάφη και την ηπιοποίηση της οδού Αισχίνου, το εμβληματικό τοπόσημο της Διονυσίου Αρεοπαγίτου αποκτά νέα ταυτότητα. Σε συνεργασία με το Ίδρυμα Ωνάση, κινηθήκαμε γρήγορα και αποτελεσματικά. Εξασφαλίσαμε όλες τις απαραίτητες εγκρίσεις και άδειες, ώστε το έργο να προχωρήσει χωρίς καθυστερήσεις και να αναδειχθεί ο δημόσιος χώρος ως χώρος πολιτισμού και καθημερινής ζωής».
Η σχέση του Καβάφη με την Αθήνα αποτυπώνεται και σε μια παλαιότερη επιστολή του, όπου σημείωνε: «Επήγα στας Αθήνας –ωσάν να επήγαινα σε μία Μέκκα– αποφασισμένος να μ’ αρέσει, κι εκράτησα τον λόγο μου».
Η καλλιτεχνική πρόταση του Πραξιτέλη Τζανουλίνου παρουσιάζει τον ποιητή καθισμένο, σε μια στάση οικεία και άμεσα προσβάσιμη. Το έργο είναι φυσικού μεγέθους, κατασκευασμένο από χαλκό με ανθεκτική πατίνα για εξωτερικούς χώρους, δίνοντας τη δυνατότητα στον επισκέπτη να καθίσει δίπλα του. Ο φωτισμός, σχεδιασμένος από τη διακεκριμένη lighting designer Ελευθερία Ντεκώ, δημιουργεί έναν διαρκή διάλογο με το περιβάλλον. Η μορφή βασίζεται σε φωτογραφία από το αρχείο Καβάφη, που τον απεικονίζει καθιστό στο διαμέρισμά του στην Αλεξάνδρεια, ενώ λεπτομέρειες όπως τα γυαλιά του αποδόθηκαν με σύγχρονες τεχνολογίες τρισδιάστατης σάρωσης.
Παράλληλα, η τοποθέτηση του γλυπτού συνοδεύεται από ευρύτερη αρχιτεκτονική παρέμβαση, σε σχεδιασμό του Γιώργου Παρμενίδη, που αναδιαμορφώνει τον δημόσιο χώρο γύρω του. Νέα καθιστικά, αναβαθμισμένα παρτέρια και βελτιωμένα δάπεδα δημιουργούν ένα ενιαίο περιβάλλον που ενθαρρύνει τη στάση και τον στοχασμό, ενώ παράλληλα αναβαθμίζεται και το γλυπτό της Μελίνας Μερκούρη στην ίδια περιοχή.
Όλες αυτές οι πρωτοβουλίες έρχονται να προστεθούν σε προηγούμενες παρεμβάσεις του Ιδρύματος Ωνάση, όπως στο Πάρκο Ραγκαβά, την πλατεία Αυδή και το Άλσος Λογγίνου, διαμορφώνοντας μια Αθήνα πιο λειτουργική, πιο ανθρώπινη και πιο κοντά στον πολιτισμό της καθημερινότητας.
















