Η μυρωδιά του παλιού ξύλου και της πούδρας γέμιζε τα παρασκήνια του Θεάτρου Φορντ εκείνο το δροσερό βράδυ της 14ης Απριλίου 1865. Ο Τζον Γουίλκς Μπουθ στεκόταν στις σκιές, παρακολουθώντας το κοινό να γελάει και να χειροκροτεί. Δεν ήταν η πρώτη φορά που βρισκόταν σε αυτόν τον χώρο.
Το θέατρο ήταν το σπίτι του, το βασίλειό του. Όμως εκείνο το βράδυ, δεν είχε βρεθεί εκεί για να υποδυθεί κάποιον ρόλο. Εκείνο το βράδυ, θα έγραφε το δικό του, σκοτεινό σενάριο, ένα σενάριο που θα άλλαζε τον ρου της αμερικανικής ιστορίας για πάντα.
Ο Μπουθ δεν ήταν ένας τυχαίος άνθρωπος. Γεννημένος στις 10 Μαΐου 1838 στο Μέριλαντ, κουβαλούσε ένα όνομα βαρύ, εμπνευσμένο από τον Άγγλο ριζοσπάστη πολιτικό Τζον Γουίλκς. Το αίμα του θεάτρου κυλούσε στις φλέβες του. Ο πατέρας του, ο διάσημος ηθοποιός Τζούνιους Μπρούτους Μπουθ, και η μητέρα του, Μαίρη Ανν Χολμς, είχαν διασχίσει τον ωκεανό από την Αγγλία αναζητώντας μια νέα ζωή.
Τα παιδικά του χρόνια ήταν γεμάτα αυστηρότητα. Στο οικοτροφείο των Κουακέρων (μέλη μιας Χριστιανικής Ομολογίας (Εκκλησίας) που φέρει την ονομασία Θρησκευτική Κοινωνία των Φίλων) και αργότερα στη στρατιωτική ακαδημία του St. Timothy’s Hall, έμαθε την πειθαρχία φορώντας στρατιωτική στολή. Όμως, ο θάνατος του πατέρα του έβαλε τέλος στην εκπαίδευσή του και άνοιξε την πόρτα στο πεπρωμένο του, το σανίδι.
Στα δεκαεπτά του χρόνια, έκανε το ντεμπούτο του ως Ριχάρδος ο Γ’ στη Βαλτιμόρη. Η αρχή ήταν ταπεινωτική. Έχασε τα λόγια του, το κοινό τον αποδοκίμασε και η ντροπή τον έπνιξε. Όμως, ο Μπουθ δεν ήταν από αυτούς που τα παρατούν. Μέσα στα επόμενα χρόνια, το πάθος και η φλόγα με την οποία ενσάρκωνε τους ρόλους του τον έκαναν είδωλο. Δεν ήταν ο πιο ταλαντούχος, αλλά είχε μια γοητευτική παρουσία που καθήλωνε τα πλήθη.
Το κοινό τον λάτρευε, οι γυναίκες τον θαύμαζαν, και το όνομά του φιγουράριζε στις μαρκίζες των θεάτρων.
Πίσω, όμως, από τη λαμπερή βιτρίνα του αστέρα, έκρυβε ένα σκοτεινό μυστικό. Η καρδιά του ανήκε στον Νότο. Ήταν ένας ένθερμος υποστηρικτής της Συνομοσπονδίας, ένας άνθρωπος που πίστευε βαθιά στη διατήρηση της δουλείας. Το 1859, είχε σταθεί δίπλα στο ικρίωμα, φρουρός στην εκτέλεση του ακτιβιστή Τζον Μπράουν. Η εικόνα εκείνη είχε χαραχτεί στο μυαλό του. Καθώς ο Εμφύλιος Πόλεμος μαινόταν, ο Μπουθ δεν έμεινε αμέτοχος. Έγινε μυστικός πράκτορας, μεταφέροντας λαθραία φάρμακα για τον στρατό του Νότου.

Το μίσος του για τον πρόεδρο Αβραάμ Λίνκολν μεγάλωνε μέρα με τη μέρα. Η ιδέα της κατάργησης της δουλείας και της παραχώρησης δικαιώματος ψήφου στους πρώην δούλους τού φαινόταν αδιανόητη, μια προδοσία των αξιών που πρέσβευε. Μαζί με άλλους συνωμότες, άρχισε να υφαίνει ένα σχέδιο. Αρχικά, σκέφτηκαν να απαγάγουν τον πρόεδρο. Όμως, καθώς ο πόλεμος πλησίαζε στο τέλος του και η ήττα του Νότου φαινόταν αναπόφευκτη, το σχέδιο άλλαξε. Η απαγωγή έγινε δολοφονία. Στόχος δεν ήταν μόνο ο Λίνκολν, αλλά και ο αντιπρόεδρος Άντριου Τζόνσον και ο υπουργός Εξωτερικών Γουίλιαμ Σιούαρντ. Ήθελαν να καρατομήσουν την κυβέρνηση, να προκαλέσουν χάος.
Και έτσι, φτάνουμε σε εκείνο το βράδυ της 14ης Απριλίου. Το έργο My American Cousin βρισκόταν σε εξέλιξη. Ο Τζον Γουίλκς Μπουθ γνώριζε το θέατρο σαν την παλάμη του χεριού του.
Ήξερε ακριβώς πότε θα ακουστεί το μεγαλύτερο γέλιο, η στιγμή που η κωμωδία θα κορυφωνόταν. Με βήματα αθόρυβα, σαν φάντασμα, πλησίασε το προεδρικό θεωρείο. Η πόρτα άνοιξε. Ο Λίνκολν καθόταν εκεί, απορροφημένος στην παράσταση.
Το γέλιο του κοινού αντήχησε στην αίθουσα. Ήταν η τέλεια κάλυψη. Ο Μπουθ σήκωσε το πιστόλι του. Ένας κρότος, πνιγμένος μέσα στις φωνές χαράς, έσκισε τον αέρα.
Η σφαίρα βρήκε τον πρόεδρο στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Ο Μπουθ, με τα μάτια γεμάτα μια άγρια, σχεδόν θεατρική έκσταση, πήδηξε στη σκηνή. «Sic semper tyrannis!» φώναξε, Δηλαδή «τέτοια είναι η μοίρα των τυράννων!», επαναλαμβάνοντας τα λόγια του Μάρκου Ιούνιου Βρούτου που λέγεται ότι είχε πει όταν σκότωνε τον Ιούλιο Καίσαρα. Η αυλαία της ζωής του Αβραάμ Λίνκολν έπεφτε και η τραγωδία του Μπουθ μόλις άρχιζε.
Μέσα στον πανικό και τη σύγχυση, ο δολοφόνος κατάφερε να ξεφύγει. Για δώδεκα μέρες, ήταν ο πιο καταζητούμενος άνθρωπος στην Αμερική.
Μαζί με τον συνεργό του Ντέιβιντ Χέρολντ, διέσχισαν την ύπαιθρο και κρύβονταν σαν αγρίμια. Όμως ο κλοιός στένευε.
Στις 26 Απριλίου, η μοίρα τούς πρόλαβε σε έναν αχυρώνα στη Βιρτζίνια. Οι στρατιώτες της Ένωσης, με επικεφαλής τον υπολοχαγό Έντουαρντ Πολ Ντόχερτι, τους περικύκλωσαν. «Παραδοθείτε!» φώναξε ο Ντόχερτι. Ο Χέρολντ, τρέμοντας, βγήκε με τα χέρια ψηλά. Ο Μπουθ όμως, περήφανος όπως ήταν, αρνήθηκε να υποκύψει. «Δεν θα με πάρουν ζωντανό!» ούρλιαξε μέσα από το σκοτάδι του αχυρώνα, κρατώντας σφιχτά την καραμπίνα και τα περίστροφά του.
Οι στρατιώτες έβαλαν φωτιά στον αχυρώνα. Οι φλόγες τύλιξαν το ξύλο, φωτίζοντας τη νύχτα με ένα απόκοσμο, πορτοκαλί φως. Ο Μπουθ παρέμενε μέσα, μια σιλουέτα μέσα στην κόλαση. Τότε, ένας πυροβολισμός ακούστηκε.
Ο λοχίας Μπόστον Κόρμπετ είχε ρίξει μέσα από μια ρωγμή του τοίχου. Η σφαίρα βρήκε τον Μπουθ στο πίσω μέρος του κεφαλιού, σχεδόν στο ίδιο σημείο που είχε χτυπήσει τον Λίνκολν.
Οι στρατιώτες όρμησαν μέσα και τον έβγαλαν. Το σώμα του ήταν παράλυτο, ο νωτιαίος μυελός του κομμένος. Ο πόνος ήταν αφόρητος. «Σκότωσέ με!» ψιθύριζε ξανά και ξανά, ικετεύοντας για λύτρωση. Για δύο βασανιστικές ώρες, η ζωή έφευγε σιγά σιγά από μέσα του. Λίγο πριν αφήσει την τελευταία του πνοή, κοίταξε τα παράλυτα χέρια του. «Πες στη μητέρα μου ότι πέθανα πολεμώντας για την πατρίδα μου», ψιθύρισε.
Η αυλαία έπεσε οριστικά. Το σώμα του θάφτηκε βιαστικά σε μια αποθήκη, δίπλα στους άλλους συνωμότες που είχαν απαγχονιστεί. Χρόνια μετά, τα λείψανά του μεταφέρθηκαν σε οικογενειακό νεκροταφείο στη Βαλτιμόρη. Μια μικρή τελετή, σαράντα άτομα, και η σιωπή του θανάτου.
Ο Τζον Γουίλκς Μπουθ, ο άνθρωπος που ήθελε να γίνει ήρωας, έμεινε στην ιστορία ως ο μεγαλύτερος κακοποιός της αμερικανικής σκηνής. Μια τραγική φιγούρα που έγραψε το τέλος του με αίμα, σε μια παράσταση που κανείς δεν θα ξεχνούσε ποτέ.
Κάλλια Λαμπροπούλου
















