Υπήρχε μια εποχή στα νυχτερινά μαγαζιά της Αθήνας που τίποτα δεν τελείωνε με το τελευταίο τραγούδι της βραδιάς. Όταν τα φώτα χαμήλωναν και το κοινό αποχωρούσε, οι καλλιτέχνες έμεναν πίσω. Γύρω από ένα τραπέζι, μ’ ένα πιάτο ζεστή σούπα, ιστορίες, γέλια και μουσικές ιδέες γίνονταν ένα. Εκεί, μέσα σ’ αυτή την ατμόσφαιρα, γεννιούνταν τραγούδια πριν ακόμη φτάσουν στα στούντιο.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ανάμεσα σε μεγάλες φωνές της εποχής, όπως η Ρίτα Σακελλαρίου, ξετυλίγεται μια ιστορία που έμελλε να γράψει τη δική της διαδρομή στο ελληνικό τραγούδι. Μια ιστορία που δεν ξεκίνησε με δισκογραφικά συμβόλαια και επιτυχίες, αλλά με δοκιμασίες, αναμονή και μια εσωτερική ανάγκη για αναγνώριση.
Όπως διηγήθηκε κάποια στιγμή σε συνέντευξή της η Κατερίνα Στανίση, η οποία εκείνη την εποχή ήταν νύφη της Ρίτας καθώς είχε παντρευτεί τον γιο της Τάκη Θέμελη με τον οποίο έμειναν μαζί 14 χρόνια: «Τραγουδούσα τότε στο μαγαζί του Κώστα Καρουσάκη με τη Ρίτα Σακελλαρίου, τη Μαίρη Λίντα, τη Μαίρη Μαράντη και τον Καρουσάκη. Τότε, όταν τελειώναμε το πρόγραμμα στα μαγαζιά, καθόμασταν, τρώγαμε όλοι μαζί σούπα και οι συνθέτες μάς έλεγαν διάφορα τραγούδια, τα οποία τα κάναμε και πρόβα. Τότε ο Μουσαφίρης έδινε τραγούδια στη Ρίτα και στις άλλες μεγάλες φίρμες, αλλά εγώ τα προβάριζα πρώτη γιατί με θεωρούσε καλή φωνή. Τα έλεγα εγώ πρώτη και μετά τα έδινε σ’ αυτές.»
Μέσα σε αυτή τη διαδικασία, γεννιόταν σιγά σιγά ένα αίσθημα. Όχι πικρίας, αλλά ανάγκης. Η ανάγκη να ακουστεί μια φωνή που μέχρι τότε έμενε στη σκιά, να βγει μπροστά και να διεκδικήσει τη δική της στιγμή.
«Δικαιολογημένα, δηλαδή. Μια, δυο, τρεις, τον πιάνω και του λέω: “Ρε μαέστρο, θέλω να μου δώσεις και μένα ένα τραγούδι να το πω σε δίσκο”. Μου έβαζαν βέβαια λόγια και οι μουσικοί που έλεγαν ότι είμαι καλή φωνή. “Μην είσαι πίσω από τη φωνή της Ρίτας συνέχεια” και τέτοια (πρέπει να γράψω βιβλίο εγώ, ρε μάγκα). Και μου λέει: “Θα σ’ το δώσω το τραγούδι και σου ορκίζομαι στο παιδί μου θα το ηχογραφήσεις εσύ”.»

Κάπως έτσι ξεκίνησε η διαδρομή ενός τραγουδιού που έμελλε να γίνει τεράστια επιτυχία, τόσο που απέκτησε τη δική του θέση στο… πάνθεον των διαχρονικών λαϊκών τραγουδιών. Όταν ακούστηκε για πρώτη φορά σε πρόβα, το ενδιαφέρον ήταν έντονο. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που θέλησαν να το πάρουν, να το κάνουν δικό τους, να το ηχογραφήσουν πρώτοι.
«Μόλις κάνω πρόβα στο μαγαζί το “Μυστικέ μου έρωτα”, όλες οι φίρμες έπεσαν πάνω του να τον φάνε. Για δύο χρόνια το τραγουδούσα στο μαγαζί και να πέφτουν όλες οι φίρμες πάνω του για να το περάσουν στον δίσκο. Είχα κάνει τότε συμβόλαιο με τη δισκογραφική αλλά δεν με έβαζαν στούντιο να τραγουδήσω. Έπεσα πάνω του, τον παρακάλεσα κι έτσι ήρθε η ώρα και το ‘πα. Χάλασε ο κόσμος. Έκοψε 80.000 αντίτυπα και απανωτά ήρθε η πρόταση του Νταλάρα με τον οποίο γυρίσαμε όλη τη Γη!» είχε αποκαλύψει η Κατερίνα Στανίση.
Και κάπου εκεί, το τραγούδι βρήκε τη φωνή του. Έγινε επιτυχία, ταξίδεψε, αγαπήθηκε και άφησε το δικό του αποτύπωμα στο ελληνικό πεντάγραμμο. Πίσω του όμως, έμεινε αυτή η ιστορία. Μια στιγμή επιμονής, μια κουβέντα που ειπώθηκε την κατάλληλη ώρα και μια απόφαση που άλλαξε τα πάντα.
Κάποιοι έλεγαν εκείνη την εποχή ότι το συγκεκριμένο τραγούδι και η επιτυχία που ακολούθησε λειτούργησε σαν τη σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι ανάμεσα στην Κατερίνα Στανίση και τη Ρίτα Σακελλαρίου που ήδη ήταν στα… μαχαίρια, διεκδικώντας, με διαφορετικό τρόπο βέβαια, την αγάπη από τον ίδιο άντρα.
Ήταν και ο ανταγωνισμός της δουλειάς, ο εγωισμός της δόξας… Όλα αυτά μαζί φέρονται να έκαναν ακόμα πιο εκρηκτικό το κλίμα ανάμεσα σε νύφη και πεθερά που κάποια στιγμή έφτασαν να εξωτερικεύουν και δημόσια αυτή την κόντρα. Κυρίως η Ρίτα Σακελλαρίου που σε κατά καιρούς συνεντεύξεις της εκείνη την εποχή μιλούσε για προδοσία από την πλευρά της νύφης της η οποία είχε επιλέξει να διατηρεί ένα πιο χαμηλό προφίλ. Οι σχέσεις τους αποκαταστάθηκαν λίγο πριν το τέλος της σπουδαίας Ρίτας Σακελλαρίου.
Για την ιστορία να αναφέρουμε ότι η πρώτη εκτέλεση του τραγουδιού σε στίχους και μουσική του Τάκη Μουσαφίρη κυκλοφόρησε το 1982 και είναι από τα λίγα κομμάτια που είχε από την ίδια ερμηνεύτρια επανεκτέλεση 18 χρόνια μετά, το 2000, γνωρίζοντας ξανά επιτυχία και επιτρέποντας στις νέες γενιές να το αγαπήσουν επίσης.
Κάλλια Λαμπροπούλου
















