Μια σπάνια, αυθεντική μαρτυρία από τη Θεσσαλονίκη ρίχνει φως στις πρώτες στιγμές μετά την επιβολή της δικτατορίας της 21ης Απριλίου 1967, μέσα από τις σελίδες του ημερολογίου μιας νεαρής μαθήτριας. Το τετράδιο, με εμφανή τα σημάδια του χρόνου, εντοπίστηκε τυχαία από τον ιστορικό ερευνητή Λεόν Σαλτιέλ σε παλαιοπωλείο της πόλης και αποτυπώνει με αμεσότητα τις σκέψεις και τα συναισθήματα μιας 17χρονης που βρέθηκε αντιμέτωπη με μια πρωτόγνωρη πραγματικότητα.
«Αλλαγή. Ξαφνική, αναπάντεχη, απρόσμενη. Δικτατορία… Έκλεισαν μαγαζιά, σχολεία, σταμάτησε η συγκοινωνία. Το ραδιόφωνο μεταδίδει εμβατήρια και απαγορευτικές διαταγές. Η μαμά δεν μπορεί να τ’ ακούει, γιατί όπως λέει της θυμίζουν τον πόλεμο. Εγώ… αλήθεια πώς αισθάνομαι εγώ; Παράξενα. Πρώτη φορά αντιμετωπίζω μια τέτοια κατάσταση».
Η νεαρή Τασίτσα Τασιά, χωρίς να γνωρίζει τι θα ακολουθούσε, είχε γράψει λίγες ώρες νωρίτερα: «Αύριο θα ανοίξουν τα κλειστά παράθυρα. Πού να χωρέσει τόσο φως που περισσεύει;». Η προσμονή της άνοιξης διακόπηκε απότομα, καθώς η χώρα ξύπνησε σε ένα αυταρχικό καθεστώς που επηρέασε κάθε πτυχή της καθημερινότητας.
Στις καταγραφές της, η μαθήτρια περιγράφει μικρές αλλά αποκαλυπτικές σκηνές από την πόλη: «Όταν πήγα στον φούρνο είδα τον κόσμο που έφτανε ως την άκρη του πεζοδρομίου. Παστώθηκα κι όταν επιτέλους κατόρθωσα να μπω μέσα, το ψωμί είχε τελειώσει. Άλλη μισή ώρα αναμονή, λοιπόν. Ειλικρινά διασκέδαζα με τις αντιδράσεις των ανθρώπων. Μερικές γυναίκες σταυροκοπιόνταν φοβισμένα, κάποιος έκανε πνεύμα, ενώ ο φούρναρης, ανεβασμένος στον πάγκο έκανε τον διαιτητή. Μη χειρότερα!».

Το ίδιο βράδυ, η ατμόσφαιρα είχε ήδη αλλάξει: «Το βράδυ η πόλη ερήμωσε. Ψυχή ζώσα στους δρόμους. Ας ελπίσουμε πως αύριο τουλάχιστον θα αλλάξουν τα πράγματα».
Την επόμενη ημέρα, όπως σημειώνει, η ένταση είχε μειωθεί, χωρίς όμως να έχει εξαφανιστεί η αίσθηση του φόβου: «Σήμερα η κατάστασις ήταν κάπως καλύτερη. Καταργήθηκαν ορισμένες απαγορευτικές διαταγές, χαλάρωσαν κάπως τα αυστηρά μέτρα. Ωστόσο τα τανκς δεν έπαψαν να φυλάγουν σε κάθε γωνιά. Από το πρωί έβρεχε. Μια βροχή δυνατή, εκνευριστική, επίμονη. Κλεισμένη μέσα στο σπίτι, ήμουν αφοσιωμένη ν’ ακούω τις συνεχείς ανακοινώσεις που μετέδιδε το ραδιόφωνο.
Το απόγευμα πήγα στην Κική. Καθήσαμε στην τραπεζαρία και όλη μας την ώρα την περάσαμε συζητώντας σχετικά με την πολιτική κατάσταση που αναστάτωσε όχι μόνον τους Έλληνες αλλά και όλη την Ευρώπη. Έτσι, δίχως να το καταλάβω το ρολόι έδειξε 9. Βιάστηκα να γυρίσω σπίτι, αν και η κυκλοφορία επιτρέπεται ως τη 1. Πού ξέρω τι γίνεται καμμιά φορά…».
Μέσα από αυτές τις προσωπικές καταγραφές αναδεικνύεται όχι μόνο η ιστορική στιγμή, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο η δικτατορία εισέβαλε στην καθημερινότητα των ανθρώπων.
Η Θεσσαλονίκη της εποχής, με τις μνήμες του πολέμου και τις κοινωνικές μεταβολές ακόμη νωπές, βίωσε μια ακόμη δραματική καμπή.
Η μαρτυρία της νεαρής μαθήτριας αποτυπώνει με απλότητα αλλά και δύναμη το βίωμα μιας κοινωνίας που βρέθηκε ξαφνικά αντιμέτωπη με το άγνωστο. Σήμερα, δεκαετίες μετά, τέτοιες προσωπικές αφηγήσεις φωτίζουν την Ιστορία από μια πιο ανθρώπινη οπτική, πέρα από τα επίσημα γεγονότα και τις πολιτικές εξελίξεις.
















