Πέρασαν κιόλας 85 χρόνια από τη «Μάχη των Ευζώνων» όπου έγινε η πρώτη υποστολή κατοχικής σημαίας (της βουλγαρικής) κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής. Κι όμως η τόσο σημαντική αυτή στιγμή της ελληνικής ιστορίας –της Εθνικής μας Αντίστασης– λείπει από τις σελίδες των σχολικών μας βιβλίων.
Το χρονικό
Στις 20 Απριλίου του 1941, ανήμερα της Αναστάσεως μια μικρή ομάδα από επτά κομιτατζήδες πέρασε τον Αξιό ποταμό στο ύψος του Πορθμείου και εισέβαλε στον αύλειο χώρο του Δημοτικού Σχολείου των Ευζώνων για να αναρτήσει τη βουλγαρική σημαία. Η αντίδραση των κατοίκων των Ευζώνων ήταν άμεση.
Δυο παλικάρια ποντιακής καταγωγής ο Χρήστος Χιονίδης και ο Γιώργος Αθανασιάδης δίχως να δειλιάσουν στην σκέψη των αντιποίνων και τις επιπτώσεις που θα είχε η ηρωική τους πράξη, κατέβασαν τη βουλγαρική σημαία και την κομμάτιασαν στην πλατεία του χωριού.
Το γεγονός αυτό προκάλεσε την οργή των βουλγαροκομιτατζήδων οι οποίοι ως σύμμαχοι των δυνάμεων του Άξονα, μετά την πτώση του μετώπου υπέθεσαν πως μπορούσαν να πραγματοποιήσουν τα ειδεχθή τους σχέδια περί δήθεν «Μεγάλης Μακεδονίας».
Τα ξημερώματα της Παρασκευής μετά την Ανάσταση, ημέρα της Θεομητορικής γιορτής της Ζωοδόχου Πηγής, βουλγαροκομιτατζήδες επέδραμαν στο ακριτικό χωριό Εύζωνοι του ν. Κιλκίς με σκοπό να λεηλατήσουν, να ατιμάσουν, να σκοτώσουν και να κάμψουν το ηθικό των κατοίκων του, την πλειονότητα των οποίων αποτελούσαν πρόσφυγες από το Καρς και το Σοχούμ. Οι Ακρίτες εκείνοι αντί να σκύψουν το κεφάλι και να δηλώσουν υποταγή στις δυνάμεις του Άξονα, όρθωσαν το ανάστημά τους ενάντια στον κατακτητή, όπως τους επέτασσε η ανυπότακτη ελληνική ψυχή τους.
Ο 29χρονος στρατιώτης Σίμος Ιωαννίδης μόλις είχε γυρίσει από το Αλβανικό Μέτωπο, το βράδυ της Πέμπτης 24ης Απριλίου, πριν από τη μεγάλη ημέρα της Ζωοδόχου Πηγής. Ήταν ένας από τους Έλληνες στρατιώτες που έγραψαν σελίδες δόξας πάνω στα αλβανικά βουνά. Η μοίρα όμως του επεφύλασσε να γράψει την τελευταία σελίδα δόξας στο χωριό του, τους Ευζώνους και μάλιστα με χρυσά γράμματα.

Αν και κουρασμένος από τις κακουχίες του μετώπου και το μακρινό ταξίδι επιστροφής, ο Σίμος με το που άκουσε τις πρώτες τουφεκιές των βουλγαροκομιτατζήδων, μη έχοντας αλλάξει καν τα ρούχα του, άρπαξε το όπλο του και έτρεξε για να τους αποκρούσει. Δολοφονήθηκε άνανδρα από σκοπευτή βουλγαροκομιτατζή που του έριξε πισώπλατα στον λαιμό.
Ο δεκανέας Αλέξης Γρηγοριάδης είχε γυρίσει λίγους μήνες πιο μπροστά από το αλβανικό μέτωπο γιατί ήταν πολύτεκνος. Ήταν 35 χρονών. Ο Αλέξης Γρηγοριάδης σκοτώθηκε 300 μέτρα μακρύτερα από τον Σίμο. Δέχθηκε σφαίρα στο πόδι από εχθρικά πυρά. Έπεσε καταγής πληγωμένος. Τον περικύκλωσαν οι βουλγαροκομιτατζήδες.

Αφού περίμεναν να εξαντλήσει όλες τις σφαίρες του, όντας πληγωμένος και μην μπορώντας να σηκωθεί, τον πλησίασαν και τον βασάνισαν τρυπώντας τον με τις ξιφολόγχες και τα μαχαίρια και χτυπώντας τον με τον υποκόπανο. Οι δικοί του μέτρησαν στο σώμα του όταν τον βρήκαν νεκρό 17 μαχαιριές. Τέτοιο μένος του είχαν οι βουλγαροκομιτατζήδες!
Παρασκευή της Διακαινησίμου της εορταστικής εβδομάδας των ορθοδόξων Χριστιανών, το χωριό βάλλεται πανταχόθεν και βυθίζεται στο πένθος. Οι κομιτατζήδες υπό την στήριξη τάγματος του αδελφού τους βουλγάρικου τακτικού στρατού επιτίθενται στο χωριό, βάζουν φωτιές στα σπαρτά, στα σπίτια, λεηλατούν, τρομοκρατούν κατά την προσφιλή τους συνήθεια.
Μαζεύουν τις γυναίκες, τα παιδιά, τους γέροντες και τους άντρες που έπιασαν αιχμάλωτους και τους οδηγούν στο χωριό Πογορόβιτσα που απέχει 300 μέτρα από τα σύνορα. Εκεί για ώρες ατελείωτες βασάνιζαν τους Ευζωνίτες επιδεικνύοντας τη δύναμή τους.
Ένας νεαρός από το διπλανό χωριό Μικρό Δάσος, ο Σωκράτης Ακριτίδης, πληροφορείται το κακό που πάει να συμβεί και τρέχει με το ποδήλατό του έως την Αξιούπολη για να ειδοποιήσει τη γερμανική φρουρά για την ασυδοσία των Βουλγάρων.
Ακόμα και η ανάλγητη γερμανική φρουρά κινητοποιείται μπροστά στη βέβηλη πράξη στην οποία προτίθενται να προβούν οι συνεργάτες της και σταματάει τη σφαγή, απευθύνοντας αυστηρή σύσταση στον αξιωματικό της βουλγαρικής διλοχίας και επικρίνοντάς τον για την συνεργασία του με τους Σκοπιανούς κομιτατζήδες, σε μια περιοχή που ανήκε στη δικαιοδοσία της γερμανικής φρουράς. Ο Βούλγαρος αξιωματικός ντροπιασμένος απολογήθηκε πως τον ξεγέλασαν κάτοικοι των χωριών Πογορόβιτσας, Στογιάκοβου και Μπογδάντσας.
Οι Ευζωνίτες αιχμάλωτοι των βουλγαροκομιτατζήδων απελευθερώνονται και συγκινημένοι που ζουν από θαύμα της Παναγίας, γυρίζουν στο χωριό τους. Ανάμεσα τους ο στρατιώτης από την Ποντοηράκλεια, Μιλτιάδης Κουρτίδης, ο οποίος είχε προστρέξει με φιλότιμο να βοηθήσει τους κοντοχωριανούς του Ευζωνίτες για να αποκρούσουν την κομιτατζίδικη επίθεση. Ο Μίλτος γύρισε στο χωριό του αλλά υπέκυψε στα τραύματα του λίγες ημέρες αργότερα λόγω των βασανιστηρίων που υπέστη.

Αυτούς τους τρεις ήρωες τιμήσαμε σήμερα. Τους Ευζωνίτες με καταγωγή από το Μερτινίκ της επαρχίας Γκιόλιας του Καρς Αλέξη Γρηγοριάδη και Σίμο Ιωαννίδη και τον Ποντοηρακλειώτη-Βασιλιτσιώτη Μιλτιάδη Κουρτίδη με καταγωγή από το Καρακαβούζ των Κοτυώρων.




Τι κι αν τα ονόματά τους δεν αναφέρονται στο βιβλίο τοπικής ιστορίας που εξέδωσε ο δήμος Παιονίας, στο κεφάλαιο που γίνεται απλή μνεία στη «Μάχη των Ευζώνων». Τι κι αν η υπάλληλος του δήμου από μικροφώνου αποκάλεσε κατ’ επανάληψη λανθασμένα τον Ποντοηρακλειώτη ήρωα της Μάχης των Ευζώνων Μιχάλη αντί για Μιλτιάδη, προκαλώντας θλίψη στους παρευρισκόμενους που τιμούσαν τη μνήμη του.


Εμείς δεν ξεχνάμε την ιστορία και θα τιμούμε τους ήρωές μας. Τους έχουμε ως πρότυπα και
παραδειγματιζόμαστε από το ψυχικό τους σθένος και την αγάπη τους προς την πατρίδα.
Αλέξη Γρηγοριάδη, Σίμο Ιωαννίδη και Μιλτιάδη Κουρτίδη: ΑΘΑΝΑΤΟΙ!
Οι χορευτές της Παμποντιακής Ομοσπονδίας Ελλάδας, χορεύουν προς τιμήν των 9 Ευζώνων και των ηρώων της Μάχης των Ευζώνων, Αλέξη Γρηγοριάδη, Σίμου Ιωαννίδη και Μιλτιάδη Κουρτίδη τον Πυρρίχιο στην πλατεία των Ευζώνων μπροστά από το ηρώο.
















