Στην κορυφή της Ευρωπαϊκής Ένωσης βρίσκεται η Ελλάδα ως προς τις γεννήσεις με καισαρική τομή, με τα ποσοστά να παραμένουν σταθερά εξαιρετικά υψηλά και να προκαλούν έντονο προβληματισμό στην επιστημονική κοινότητα.
Το 2023 οι καισαρικές ανήλθαν στο 62,2% των γεννήσεων, επιβεβαιώνοντας μια μακροχρόνια τάση που δεν έχει ανακοπεί, παρά τις επανειλημμένες επισημάνσεις διεθνών οργανισμών.
Ήδη από το 2016, στο πλαίσιο συνεργασίας του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) με το ελληνικό υπουργείο Υγείας, είχε επισημανθεί η ανάγκη λήψης μέτρων, καθώς τα ποσοστά ξεπερνούσαν το 50%. Ωστόσο, σύμφωνα με στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, η ανοδική πορεία συνεχίστηκε, με τις καισαρικές να αυξάνονται από 57,8% το 2019 στο σημερινό επίπεδο.
Τα ελληνικά ποσοστά είναι υπερτριπλάσια σε σύγκριση με χώρες όπως η Ολλανδία, η Σουηδία, η Σλοβενία, η Εσθονία, το Βέλγιο και η Γαλλία, όπου οι καισαρικές δεν ξεπερνούν τις 200 ανά 1.000 γεννήσεις.
Μάλιστα, η απόκλιση δεν μπορεί να εξηγηθεί από δημογραφικούς παράγοντες, καθώς η μέση ηλικία τεκνοποίησης και τα ποσοστά υποβοηθούμενης αναπαραγωγής στην Ελλάδα δεν διαφέρουν σημαντικά από άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ενδεικτικά, το 2023 η Ελλάδα καταγράφει 62,2 καισαρικές ανά 100 γεννήσεις, όταν στην Ισπανία το ποσοστό είναι 24,7 και στην Ιρλανδία 38,6.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του καθηγητή Δημογραφίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και διευθυντή του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών Βύρωνα Κοτζαμάνη, η αύξηση αυτή μόνο εν μέρει δικαιολογείται από την άνοδο της ηλικίας τεκνοποίησης ή τις πολλαπλές κυήσεις που συνδέονται με την υποβοηθούμενη αναπαραγωγή.
Στις ανεπτυγμένες χώρες, όπως επισημαίνει, η εκτεταμένη χρήση της καισαρικής δεν σχετίζεται με βελτίωση της υγείας μητέρας και νεογνού, γεγονός που οδηγεί στην εκτίμηση ότι σημαντικό μέρος των επεμβάσεων δεν έχει σαφή ιατρική ένδειξη.
Σε διεθνές επίπεδο, τα στοιχεία του ΠΟΥ δείχνουν ότι οι καισαρικές έχουν αυξηθεί σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες, φτάνοντας το 22% των γεννήσεων το 2023 από 6,7% το 1990. Ωστόσο, η αύξηση αυτή καταγράφεται κυρίως σε λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες, όπου συμβάλλει στη μείωση της μητρικής και περιγεννητικής θνησιμότητας – σε αντίθεση με τις ανεπτυγμένες, όπου τα ήδη χαμηλά επίπεδα θνησιμότητας δεν δικαιολογούν αντίστοιχη άνοδο.
Η διεθνής επιστημονική κοινότητα συγκλίνει στο ότι ποσοστά κάτω του 10% και άνω του 20-25% υποδηλώνουν πρόβλημα δημόσιας υγείας ή υπερβολική χρήση, καθώς οι καισαρικές δεν μειώνουν περαιτέρω τη θνησιμότητα, ενώ ενέχουν κινδύνους και επιβαρύνουν τα συστήματα υγείας.
Όπως τονίζει ο Βύρων Κοτζαμάνης, τα εξαιρετικά υψηλά ποσοστά στην Ελλάδα αυξάνουν σημαντικά το κόστος του τοκετού, τόσο για τις οικογένειες όσο και για το δημόσιο σύστημα υγείας, ενώ συνιστούν και σοβαρό ζήτημα δημόσιας υγείας. Για το λόγο αυτό, υπογραμμίζει την ανάγκη άμεσων παρεμβάσεων, με στόχο τον περιορισμό των μη αναγκαίων καισαρικών, μέσα από ενημέρωση, ενεργοποίηση των ιατρικών ενώσεων και στοχευμένες πολιτικές υγείας.
















