«Η αλήθεια είναι ότι απέφευγα, και αποφεύγω, να δίνω συνεντεύξεις, γιατί πιστεύω πως η δουλειά μας και το όνομα που έχουμε αφήσει μπορούν να μιλήσουν για μας».
Τα παραπάνω λόγια ανήκουν στην Κάκια Παναγιώτου και διατυπώθηκαν σε μια από τις τελευταίες και ελάχιστες συνεντεύξεις που είχε δώσει στη ζωή της. Μια σπουδαία ηθοποιός που συνέδεσε το θεατρικό όνομά της, κυρίως με την αρχαία τραγωδία. «Έχω παίξει όλους τους τραγικούς ρόλους από πέντε και έξι φορές! Τέτοια διατριβή», είχε πει στην ίδια συνέντευξή της.
Η Κάκια Παναγιώτου ήταν μια αρχόντισσα του θεάτρου. Τόσο σαν εμφάνιση, όσο και σαν χαρακτήρας.
Είχε δε από τα καλύτερα ονόματα στον χώρο, γιατί δεν μπλέχτηκε ποτέ σε παρασκηνιακά, κουτσομπολιά και λοιπές ίντριγκες που μοιραία συμβαίνουν σε ένα εργασιακό χώρο. Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και η ζωή της εκτός θεάτρου: ένας σύζυγος-σωτήρας, όπως θα διαβάσετε παρακάτω.
Γιατί η Κάκια –από το Κατερίνα– είχε ένα επεισοδιακό ξεκίνημα στην απόφασή της να γίνει ηθοποιός. Αλλά και στην πορεία ύστερα από τέσσερις δεκαετίες σχεδόν στο Εθνικό Θέατρο, όταν βρέθηκε εκτός, ναι μεν το δέχτηκε με αξιοπρέπεια, αλλά δεν ξέχασε.
Παράλληλα δεν έκλεισε τα αυτιά της σε προτάσεις για τον κινηματογράφο και για την τηλεόραση. Ειδικά η τελευταία τής επιφύλαξε ένα θαυμάσιο φινάλε καριέρας.
Το ξεχωριστό DNA
Γεννήθηκε το 1923 στην Αθήνα, από πατέρα Κεφαλλονίτη και μητέρα Βολιώτισσα. Στον Βόλο μάλιστα μετακόμισε η οικογένεια το 1929 όταν εκείνη ήταν 6 ετών. Η ίδια λέει σχετικά: «Εκεί έζησα και τα ωραιότερα χρόνια μου, γιατί έκανα φιλίες, αλλά παράλληλα ξεκίνησα και στο Ωδείο, όπου ασχολήθηκα γενικά με την καλλιτεχνία».
Σε ηλικία 10 ετών παίζει στο παιδικό θέατρο Τσολάκη και συγκεκριμένα στο Κοριτσάκι με τα σπίρτα. Εκεί θα την προσέξει ένας Αυστριακός σκηνοθέτης και θα πει στους γονείς της ότι η μικρή είναι ταλαντούχα και πρέπει στο μέλλον να ασχοληθεί με την υποκριτική.
Και όχι μόνο, αφού τους πρότεινε όταν μεγαλώσει –και από την στιγμή που υπήρχε οικονομική άνεση– να πάει στη Γερμανία να σπουδάσει. Οι γονείς δεν το ακολούθησαν, αλλά η… ζημιά είχε γίνει. Η μικρή Κάκια είχε αγαπήσει το θέατρο.
Και μπορεί τότε να μην συνέχισε, ως παιδί θαύμα, αλλά όταν ήρθε η ώρα για την επαγγελματική επιλογή ήταν κάθετη: Ηθοποιός!

Μάλιστα η ίδια το είχε μεθοδεύσει από το Γυμνάσιο. Μπορεί ο πατέρας της να ήθελε να δει την κόρη του να σπουδάζει στην Ανωτάτη Εμπορική, όμως εκείνη και κακή μαθήτρια ήταν και στα μαθηματικά παρέδωσε λευκή κόλλα. Και όταν ανακοίνωσε στο σπίτι της, ότι είχε περάσει στη Δραματική Σχολή του Εθνικού θεάτρου, ο πατέρας της αρχικά την έδιωξε.

Ο σύζυγος-σωτήρας
Βρισκόμαστε στις αρχές της ταραγμένης δεκαετίας του ’40. Ο Κεφαλλονίτης πατέρας, ο Ιωάννης Παναγιώτου μπορεί να ήθελε η κόρη του να σπουδάσει (κάτι πολύ προχωρημένο για την εποχή), αλλά όχι και ηθοποιός. Η νεαρή Κάκια μένει σε φιλικό της σπίτι, μέχρι να κοπάσει η οικογενειακή καταιγίδα. Και κόπασε εν μέσω Γερμανικής Ακαδημίας που σπούδασε παράλληλα με τη Δραματική Σχολή.
Το 1945 κάνει το ντεμπούτο της στο σανίδι με το θίασο Αυλαία, στο έργο Δον Κάρλος του Φρίντριχ Σίλερ (είχε ένα καρμικό με την γερμανική κουλτούρα) ενώ την επόμενη χρονιά υποδύθηκε την κόρη του Βασίλη Λογοθετίδη στο πρώτο ανέβασμα του αριστουργήματος Οι Γερμανοί ξανάρχονται.

Ήταν ήδη ηθοποιός όταν παντρεύτηκε τον Κωνσταντίνο Σάπαρη, με τον οποίο και απέκτησε έναν γιο. «Ευτυχώς, ο άνθρωπος που παντρεύτηκα με υποστήριξε σε όλους τους τομείς. Μάλιστα όταν ο πατέρας μου του είπε “Χαίρομαι που η Κάκια παντρεύεται και θα φύγει από το θέατρο”, εκείνος απάντησε “Όχι! Η Κάκια έχει ταλέντο και πρέπει να μείνει. Εγώ θα τη βοηθήσω όσο μπορώ» είχε πει η Κάκια Παναγιώτου.

Τα χρόνια του Εθνικού
Το 1948 προσλαμβάνεται από το Εθνικό ως Κορυφαία στο χορό του αρχαίου δράματος. Κομβικά και τα δυο, αφού στο συγκεκριμένο είδος αλλά και στο συγκεκριμένο θέατρο, το όνομά της θα γραφτεί με χρυσά γράμματα.

Θα λείψει για λίγα χρόνια όπου είναι στο θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη. «Η Μαρίκα Κοτοπούλη ήταν σπουδαίος άνθρωπος και σπουδαία ηθοποιός», είχε πει σε συνέντευξή της. Μαζί παίζουν όχι μόνο στην Αθήνα, αλλά και σε Κύπρο, Αίγυπτο και Τουρκία.

Και το 1953 επανέρχεται στο Εθνικό όπου μένει μέχρι το 1988. Ανάμεσα στις δυνατές φιλίες που είχε ήταν η Άννα Συνοδινού. Θεωρούσε ύψιστο δάσκαλο τον Δημήτρη Ροντήρη, όχι όμως και τον Αλέξη Μινωτή.
«Η Κατίνα Παξινού ήταν ανεπανάληπτος άνθρωπος και σπουδαία δασκάλα. Ο Μινωτής δεν νομίζω πως ήταν δάσκαλος. Θυμάμαι στον Μάκβεθ, είχα ένα ρόλο όπου μας σκηνοθετούσε ο Μινωτής κι έπαιζε και η Κατίνα. Στην πρόβα ο Μινωτής έλεγε: “Κάκια, δεν το έχεις πιάσει”. Ήξερα όμως ότι δεν θα μπορούσε να με βοηθήσει. Μου κάνει νόημα από μακριά η Κατίνα. Και με μια κίνησή της με βοήθησε ουσιαστικά. Ήταν μεγάλη δασκάλα», είχε πει σε συνέντευξή της.

Και φυσικά εκτός από το κλασικό ρεπερτόριο, είχε παίξει και στην Επίδαυρο. Πολύ Επίδαυρο. Και φυσικά ήταν στην παράσταση που εγκαινίασε μεταπολεμικά το φεστιβάλ της Επιδαύρου, τον Ιππόλυτο. «Είχαμε τρομερό άγχος. Κάναμε πρόβες πρόβες πολύ νωρίς το πρωί με τον Ροντήρη για να μη μας χτυπάει ο ήλιος και μετά στις έξι το απόγευμα το επαναλαμβάναμε μέχρι και τις δύο τα μεσάνυχτα! Ήταν άγριες οι συνθήκες τότε, αλλά μαγικές».
To 1988 μαζί με άλλους ηθοποιούς έφυγε από το Εθνικό, επειδή «υπήρχε μια περίεργη διεύθυνση», όπως είχε πει. Από τότε δεν ξαναπήγε στην Επίδαυρο. Ούτε ως ηθοποιός, ούτε ως θεατής. «Είναι ένα άλλο πράγμα σήμερα η Επίδαυρος», είχε δηλώσει. Φυσικά δεν είχε παράπονο από ρόλους, παρά μόνο ότι δεν την εμπιστεύτηκαν να παίξει κωμωδία.

Σινεμά και τηλεόραση
Το 1954 δεν ήταν μόνο η χρονιά που κατέβηκε στην Επίδαυρο, αλλά και η είσοδό της στη μεγάλη οθόνη. Και συγκεκριμένα στο Θανασάκης ο πολιτευόμενος. Αναλογικά δεν είχε παίξει σε πολλές ταινίες. Ίσως η πιο αναγνωρίσιμη ερμηνεία της ήταν στο ρόλο της μητέρας του Ελληνογερμανού (και εδώ) Κώστα Καρρά στην Υπολοχαγός Νατάσα.
Η τελευταία της κινηματογραφική εμφάνιση ήταν το 2003, στην «Πολίτικη κουζίνα» του Τάσου Μπουλμέτη, όπου υποδύθηκε μοναδικά την ηλικιωμένη που είχε πάρκινσον, η οποία σταματούσε και άρχιζε ανάλογα με τα τεκταινόμενα.

Και παρόλο που ανήκε στην γενιά των ηθοποιών που απαξίωναν την τηλεόραση, η ίδια αποτελούσε εξαίρεση και έκανε αρκετή τηλεόραση αφού όπως είχε πει «έβγαλε αρκετά χρήματα» από τη μικρή οθόνη. Και ποιος θα την ξεχάσει σαν πανούργα επαρχιώτισσα στη Λεηλασία μιας ζωής ή και λίγο αργότερα σαν γκεστ αυταρχική μητέρα της Μαίρης Χρονοπούλου στο Μάνα είναι μόνο μία.
Το 2007 κάνει την τελευταία της τηλεοπτική εμφάνιση, σε ένα ρόλο-δώρο, σαν φόρο τιμής στο έργο και τη συνολική της προσφορά. Υποδύθηκε την αφηγήτρια στη σειρά του Χάρη Ρώμα «Δεληγιάννειον Παρθεναγωγείον», που στο φινάλε της σειράς ενωνόταν με την Κλειώ Δανάη Οθωναίου που ήταν η ηρωίδα στα νεανικά της χρόνια. Και ήταν τόσο συγκινητική αυτή η σκηνή, που στην ουσία που ήταν το αντίο της σε αυτή την μοναδική καριέρα.
Η Κάκια Παναγιώτου έφυγε σαν σήμερα το 2013, σε ηλικία 90 ετών.
Μακριά από την άσκοπη δημοσιότητα, αλλά πάντοτε κοντά στους συναδέλφους της, αφού ένα μήνα πριν είχε πάει στο θέατρο Τέχνης, μαζί με τη φίλη της Βιβέτα Τσιούνη. Μάλιστα φορούσε και ένα μπερεδάκι. Μικρή στυλιστική λεπτομέρεια που δείχνει πόσο κλασάτη ήταν και πόσο αρχόντισσα ήταν όχι μόνο πάνω, αλλά και κάτω από τη σκηνή.

















