«Όχι μ’ εσπερίδες, αλλά με οδοντιές διώχνουν τη μελαγχολική ζωή της μονοτονίας οι Ανατολίτες»
Ανδρέας Καρκαβίτσας
–
Η Αμισός –ή Σαμψούντα– δεν είναι απλώς μια σύγχρονη μητροπολιτική πόλη του Εύξεινου Πόντου· είναι ένας τόπος όπου η ιστορία συναντά τη ζωντανή μαρτυρία. Ανάμεσα στις πιο χαρακτηριστικές περιγραφές ξεχωρίζει εκείνη του Ανδρέα Καρκαβίτσα, ο οποίος το 1892 αποτύπωσε με εντυπωσιακή ακρίβεια μια κοινωνία «κλεισμένη στα σιδερένια βρόχια των συνηθειών», γεμάτη αντιθέσεις, συνυπάρξεις και εντάσεις.
Η εικόνα που μας δίνει ο συγγραφέας λειτουργεί σαν ένα στιγμιότυπο μιας πόλης σε μετάβαση.
Την ίδια περίοδο, η Σαμψούντα εξελίσσεται σε σημαντικό εμπορικό κέντρο, με έντονη ελληνική παρουσία, ιδιαιτέρως στον τομέα του καπνεμπορίου. Η ακμή αυτή δεν είναι τυχαία· στηρίζεται τόσο στη γεωγραφική της θέση όσο και στη δραστηριότητα ενός δυναμικού πληθυσμού που έρχεται από διάφορα μέρη του ελληνικού κόσμου.

Πίσω από αυτή την εικόνα του τέλους του 19ου αιώνα απλώνεται μια ιστορία που ξεκινά ήδη από το 562 π.Χ., όταν Ίωνες από τη Φώκαια ίδρυσαν την Αμισό.
Στους αιώνες που ακολούθησαν, η πόλη γνώρισε διαδοχικές κυριαρχίες και πολιτισμικές επιρροές, ενώ στη βυζαντινή περίοδο διαμορφώθηκε μια ισχυρή χριστιανική κοινότητα. Αργότερα, η συνύπαρξη της ελληνικής Αμισού με τη νεότερη τουρκική Samsun αποτυπώνει τη διαρκή συνάντηση διαφορετικών κόσμων – μια συνάντηση που ο Ανδρέας Καρκαβίτσας παρατηρεί με οξυδέρκεια.
Γράφει ο Καρκαβίτσας
«10 του Οχτώβρη 1892. Μέσα στις συνοικίες της, στον Αρμενικό και τον Ελληνικό, στον Τούρκικο και τον Νογάικο ή Τατάρικο ζουν κατ’ όνομα και κατά φυλήν οι 10-12 χιλιάδες κάτοικοί της, στα σιδερένια βρόχια των συνηθειών και των προλήψεων, στα εθνικά μίση και τις φυλετικές έχθρες κλεισμένοι όλοι.
»Η ελληνική συνοικία φαίνεται η καθαρότερη και καινούργιοτερη με την εκκλησία της μεγάλη, δεσποτική στη μέση και μ’ αυτήν αμιλλάται η Αρμένικη· έπειτα η Τούρκικη και τέλος σ’ ελεεινότατα καλυβόσπιτα, με χώμα και άχερο χτισμένα, η Τατάρικη στα δεξιά της. Η Τατάρικη είναι νεώτερος συνοικισμός, γινομένος από Τατάρους φυγάδες του τελευταίου Ρωσοτουρκικού πολέμου.
»Στη μέση της τούρκικης συνοικίας είναι η αγορά, περικλεισμένη τετραγωνικά από φτωχικά χαμόσπιτα και μαγαζιά αρχοντικά, και καφενεδάκια, πετροστρωμένη όλη, με ωρολόγι απάνω σε στήλη ψηλή στη μέση και περίγυρά της απλωμένα για πούλημα διάφοροι καρποί και φρούτα και λαχανικά, ψάρια έγκαιρα και ψάρια παστά, καθετί που βρίσκεται σε κάθε συνηθισμένη αγορά.

»Μόλις βασιλέψει ο ήλιος, η αγορά αυτή ερημώνεται, όπως και οι δρόμοι της, το σκοτάδι απλώνεται βαθύ, η νέκρα φρικτή. Αλλά κάτι φαναράκια, κάτι φώτα, που προβάλλουν εδώθ’ εκείθε και διασταυρώνονται ανάμεσα στον Ελληνικό και Αρμένικο συνοικισμό, προδίδουν τη ζωή και το πείσμα που αντιβάλλουν στη νέκρα αυτά τα σπίτια των πλουσίων εμπόρων και των ξένων υπαλλήλων. Όχι μ’ εσπερίδες, αλλά με οδοντιές διώχνουν τη μελαγχολική ζωή της μονοτονίας οι Ανατολίτες.
»Στη Σαμψούντα μένει Μουτεσαρίφης και πηγαίνει στη δικαιοσύνη του Βαλή της Τραπεζούντας. Μένουν πολλά υποπροξενεία και χριστιανός δεσπότης με τον τίτλο: Αρχιεπίσκοπος Αμασείας. Η Αμάσεια είναι 12 ώρες στο εσωτερικόν».
Δύο δεκαετίες μετά
Η αφήγησή του αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν τη δούμε σε συνάρτηση με όσα ακολούθησαν. Περίπου δύο δεκαετίες μετά την επίσκεψή του, η ακμάζουσα ελληνική κοινότητα της Σαμψούντας θα βρεθεί αντιμέτωπη με διώξεις και καταστροφές που θα οδηγήσουν στον αφανισμό της.
Η Σαμψούντα του τότε και του σήμερα συνδέονται μέσα από αυτή τη διπλή ανάγνωση: της ιστορίας και της εμπειρίας. Και μέσα σε αυτή τη σύνδεση, η φωνή του Ανδρέα Καρκαβίτσα λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν και τη μνήμη. Ο μεγάλος πεζογράφος περιηγήθηκε τον Πόντο με την ιδιότητα του γιατρού σε εμπορικά σκάφη, και κατέγραψε τις εντυπώσεις του που δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα Εστία, το 1895.
















