Ο πόλεμος στο Ιράν είναι σε αδιέξοδο και το σχέδιο ΗΠΑ-Ισραήλ για εξέγερση και ανατροπή του καθεστώτος δεν φαίνεται να ευοδώνονται. Μέρος του σχεδίου αυτού είναι ο εξοπλισμός των Κούρδων του Ιράν και η δυναμική ένοπλη συμμετοχή τους σε περίπτωση εξέγερσης του κόσμου, με στόχο τη διεκδίκηση αυτονομίας, στο πλαίσιο εκδημοκρατισμού της χώρας.
Το Ιράν αντιδρά στο σχέδιο αυτό με αύξηση των μέτρων ασφαλείας στο ιρανικό Κουρδιστάν, συναγερμό και αύξηση της επιτήρησης στα σύνορα Ιράν-Ιράκ, από τα οποία αναμένεται να εισέλθουν οι ένοπλες ομάδες των Κούρδων που σταθμεύουν στο ιρακινό Κουρδιστάν και με αλλεπάλληλους βομβαρδισμούς των στρατοπέδων των κουρδικών ομάδων που έχουν την έδρα τους σε διάφορες περιοχές της αυτόνομης κουρδικής περιοχής του Ιράκ.
Όμως ο μόνος που λαμβάνει μέτρα για να αποτρέψει μια τέτοια εξέλιξη, δεν είναι το Ιράν. Και η Τουρκία, η οποία φοβάται την ίδρυση ενός τρίτου αυτόνομου κουρδικού κράτους, λαμβάνει τα μέτρα της. Έχει έτοιμα σχέδια και δυνάμεις να εισβάλει στο ιρανικό Κουρδιστάν, με την «αιτιολογία» της αποτροπής μεταναστευτικών ροών στο έδαφός της και πραγματικό στόχο να αποτρέψει τη δημιουργία αυτόνομου κουρδικού κράτους. Το ίδιο διάστημα, οι μυστικές υπηρεσίες της Τουρκίας διατηρούν ανοικτή γραμμή επικοινωνίας με τις αντίστοιχες του Ιράν, παρέχοντας κρίσιμες πληροφορίες για τις κινήσεις των ένοπλων κουρδικών ομάδων, για να ακολουθήσουν στη συνέχεια τα επιχειρησιακά μέτρα εναντίον τους από τις ιρανικές Αρχές.
Την ίδια περίοδο, σε κρίσιμη φάση είναι και η διαδικασία εξεύρεσης πολιτικής λύσης στο Κουρδικό, στο εσωτερικό της Τουρκίας.
Η τουρκική κυβέρνηση, υπό το πρίσμα των εξελίξεων που σχετίζονται με τον πόλεμο στο Ιράν και τις εξελίξεις που σχετίζονται με τους Κούρδους του Ιράν, πιέζεται να προχωρήσει στην παραχώρηση δικαιωμάτων στους “«δικούς» της Κούρδους.
Οι Κούρδοι πολιτικοί, στις ομιλίες τους, αφήνουν να ενοηθεί ότι «εάν τα αιτήματά μας δεν γίνουν αποδεκτά μέσω της ειρηνευτικής διαδικασίας, είμαστε αρκετά ισχυροί για να τα πετύχουμε μέσω του πολέμου». Υπάρχει πιθανότητα, εάν δεν ικανοποιηθούν τα αιτήματά τους, οι Κούρδοι να απειλήσουν εκ νέου με επανέναρξη του ένοπλου αγώνα, για να εξαναγκάσουν την Άγκυρα να τους παραχωρήσει ενός είδους αυτονομία.
Ο Τούντζερ Μπακιρχάν, συμπρόεδρος του κουρδικού κόμματος DEM, συνόψισε τα αιτήματα των Κούρδων σε πέντε σημεία:
- Πρώτον, οι Κούρδοι θέλουν να αναγνωριστεί η κουρδική εθνική ταυτότητά τους στην Τουρκία
- Δεύτερον, θέλουν εκπαίδευση στη μητρική τους γλώσσα
- Τρίτον, θέλουν συνταγματικές εγγυήσεις των δικαιωμάτων που θα τους παραχωρηθούν
- Τέταρτον, θέλουν αυξημένες αρομδιότητες στην τοπική αυτοδιοίκηση, που μπορεί να ερμηνευθεί και ως ενός είδους ήπιας αυτονομίας
- Πέμπτον, θέλουν να τους αναγνωριστεί ισότιμη υπηκοότητα, που σημαίνει ότι το κράτος θα ανήκει στους Τούρκους και στους Κούρδους.
Σε ομιλία του ο Μπακιρχάν ανέφερε τα εξής για το θέμα των διεκδικήσεων:
«Οι Κούρδοι ήταν στο Κοινοβούλιο κατά την ίδρυση της Δημοκρατίας. Μπορούμε να ολοκληρώσουμε την ημιτελή ιστορία με ένα τέλος που θα κάνει τους πάντες ευτυχισμένους. Η επιθυμία μας είναι η συνεργασία, όχι ο διαχωρισμός· η αναγνώριση, όχι η άρνηση. Οι Κούρδοι θέλουν να είναι εταίροι στη διακυβέρνηση. Θέλουν διαπραγμάτευση, όχι διάλογο, με το κράτος. Για μια λύση, πρέπει να ληφθούν μέτρα εκδημοκρατισμού και νομοθετικής φύσεως, η κυβέρνηση πρέπει να θεσπίσει “νόμο ειρήνης”, η αντιπολίτευση πρέπει να υποστηρίξει τη διαδικασία, η κοινή γνώμη πρέπει να αγκαλιάσει τη “συμφιλίωση και τη συγχώρεση” και οι Κούρδοι πρέπει να είναι “ενωμένοι”. Αλλά τι θα συμβεί εάν αυτά τα πράγματα δεν συμβούν;»
Η δυσκολία στην επίλυση του Κουρδικού ζητήματος έγκειται στον ορισμό του ίδιου του προβλήματος.
Το πολυεθνικό οθωμανικό κράτος κατέρρευσε ακριβώς λόγω της πολυεθνικής του φύσης. Το 1924, βλέποντας τους Κούρδους να επαναστατούν για απόσχιση, με την εξέγερση του Σεΐχ Σαίντ, τότε που το κράτος ήταν ακόμα στα σπάργανα, οι ιδρυτές της Τουρκικής Δημοκρατίας αποφάσισαν, για την επιβίωση του νέου κράτους, να ενώσουν διά της βίας τις εθνοτικές ομάδες σε «ένα έθνος με κοινή γλώσσα: τα τουρκικά».
Ήταν η περίοδος που το κράτος, με ένα μυστικό διάταγμα, προσπάθησε να αφομοιώσει τους Κούρδους με βίαιες διαδικασίες, μια από τις οποίες ήταν και η ποινικοποίηση της χρήσης της κουρδικής γλώσσας. Επίσης, οποιαδήποτε κίνηση αυτόνομης πολιτικής δράσσης των Κούρδων, καταπολεμήθηκε διά… πυρός και σιδήρου.
Η κίνηση του Σεΐχ Σαΐντ πνίγηκε στο αίμα, ενώ οι Κούρδοι αλεβίτες, του Ντερσίμ, ήλθαν αντιμέτωποι με την εθνοκάθαρση το 1937-38, τότε που ο τουρκικός στρατός χρησιμοποίησε ακόμα και χημικά όπλα εναντίον τους.
Μέχρι που ήλθε το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν (ΡΚΚ), με την ίδρυσή του το 1978 και τον αγώνα του από τότε μέχρι τώρα, που υποχρέωσε την Τουρκία να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με την πολιτική πτέρυγά του, το DEM, για να διεκδικήσει τα δικαιώματα που προαναφέρθηκαν.
Και όλα αυτά, ενώ υπάρχει κινητικότητα στο Κουρδικό και στα τέσσερα τμήματα του Κουρδιστάν, στη Συρία, το Ιράκ, το Ιράν και φυσικά στην Τουρκία, όπου κατοικούν περισσότεροι από είκοσι εκατομμύρια Κούρδοι.
Κλείνοντας να υπενθυμίσουμε ότι οι εξελίξεις στο Ιράν, θα παίξουν καταλυτικό ρόλο στις εξελίξεις του Κουρδικού και στην Τουρκία.
Εν αναμονή εξελίξεων.
















