Η συζήτηση για ενδεχόμενη αμερικανική ή αμερικανοϊσραηλινή κλιμάκωση απέναντι στο Ιράν δεν απαντά στο ερώτημα «πώς ακριβώς θα κρατήσουν αυτές τις θέσεις;», ακόμη κι αν οι Αμερικανοί καταφέρουν να αποβιβαστούν σε ιρανικά νησιά ή να εδραιώσουν παρουσία σε σημεία γύρω από τα Στενά του Ορμούζ.
Μια σοβαρή ανάλυση του αντιστρατήγου ε.α. Κωνσταντίνου Λουκόπουλου δημοσιεύθηκε στις «Ανιχνεύσεις» και επισημαίνει ότι η κατάληψη νησίδων μπορεί να είναι στρατιωτικά εφικτή, αλλά η διατήρησή τους είναι το πραγματικό πρόβλημα, αφού οι δυνάμεις κατοχής θα παραμένουν εκτεθειμένες σε πυραύλους, drones, ταχύπλοα των Φρουρών της Επανάστασης και άλλες ασύμμετρες επιθέσεις –εκτός εάν προηγηθεί πολύ ευρύτερη εξουδετέρωση απειλών στην ιρανική ενδοχώρα. Κάτι το οποίο θα οδηγήσει τον πόλεμο πολύ μακριά και με πολλά θύματα. Χωρίς να είναι δεδομένη η έκβασή του υπέρ των Αμερικανών.
Η απόβαση είναι το πρώτο βήμα· η κατοχή, ο ανεφοδιασμός, η αεράμυνα και η καθημερινή επιβίωση μιας απομονωμένης δύναμης είναι το πραγματικό πρόβλημα.
Ποιος μπορεί να εγγυηθεί ότι τέτοιες δυνάμεις δεν θα μετατραπούν αμέσως σε σταθερούς στόχους; Ποιος μπορεί να αποκλείσει έναν παρατεταμένο πόλεμο φθοράς σε μια περιοχή όπου το Ιράν διαθέτει εγγύτητα, βάθος, τοπικό πλεονέκτημα και πολλαπλά μέσα παρενόχλησης; Και, κυρίως, ποιο ακριβώς θα είναι το πολιτικό κέρδος μιας επιχείρησης που μπορεί να κερδίσει μια ακτή ή μια νησίδα, αλλά να μην μπορεί να επιβάλει σταθερό έλεγχο;
Το ίδιο ερώτημα τίθεται και στο ευρύτερο μέτωπο του Ιράν. Αν οι επιχειρήσεις πήγαιναν πράγματι προς καθαρή στρατηγική επιτυχία, γιατί η Ουάσιγκτον μεταθέτει ξανά την απειλή καταστροφής ιρανικών ενεργειακών εγκαταστάσεων;
Ο Ντόναλντ Τραμπ μετέθεσε εκ νέου την προθεσμία για πλήγματα στις ενεργειακές εγκαταστάσεις του Ιράν έως τις 7 Απριλίου, ενώ η αμερικανική στάση έχει ήδη επηρεαστεί από την αστάθεια των αγορών και την αβεβαιότητα για την έκβαση της κρίσης. Αυτό δεν παραπέμπει σε εικόνα καθαρής στρατηγικής πρωτοβουλίας· παραπέμπει περισσότερο σε αναζήτηση εξόδου από μια σύγκρουση που διαρκώς βαθαίνει και δεν διαφαίνεται λύση.
Στον Λίβανο, επίσης, η εικόνα δεν είναι θετική για το Ισραήλ, παρά τις τακτικές επιτυχίες του. Άρθρο στους The New York Times, υποστηρίζει ότι η ισραηλινή εκστρατεία, όσο αναγκαία κι αν θεωρείται από ισραηλινή σκοπιά, δεν αρκεί από μόνη της για να αφοπλίσει πλήρως τη Χεζμπολάχ, καθώς νέες ηγεσίες μπορούν να αναδυθούν και τα οπλοστάσια να ανασυγκροτηθούν. Το ίδιο κείμενο προειδοποιεί ότι μια ισραηλινή υπέρβαση ενέχει τον κίνδυνο να χαθεί ένα σπάνιο διπλωματικό άνοιγμα στον Λίβανο.
Παράλληλα, το Ισραήλ σχεδιάζει ζώνη ασφαλείας έως τον ποταμό Λιτάνι, ενώ η επιχείρηση στη νότια Λιβανική επικράτεια χαρακτηρίζεται ως «εισβολή», με χιλιάδες στρατιώτες και πρόθεση ελέγχου εδάφους. Όλα αυτά δείχνουν κίνδυνο παρατεταμένης εμπλοκής.
Αν η Χεζμπολάχ δεν εξουδετερώνεται οριστικά μόνο με στρατιωτική πίεση, τότε ποιο είναι το τελικό σχέδιο; Μια μόνιμη κατοχή; Μια ατέρμονη ζώνη ασφαλείας; Μια νέα γενιά εχθρότητας στον Λίβανο; Μπορεί άραγε να παρουσιαστεί ως «λύση» μια επιχείρηση που αυξάνει το στρατιωτικό αποτύπωμα, αλλά δεν κλείνει το πολιτικό κεφάλαιο;
Οι συνέπειες από όλα αυτά στην ενέργεια και στην οικονομία είναι ήδη ορατές. Η κρίση έχει ήδη οδηγήσει σε άνοδο των τιμών ενέργειας και λιπασμάτων, τροφοδοτώντας φόβους για πληθωρισμό.
Η αβεβαιότητα γύρω από τα Στενά έχει αναστατώσει τις αγορές, με το αμερικανικό χρηματιστήριο να καταγράφει τη μεγαλύτερη ημερήσια απώλεια από την έναρξη του πολέμου και με επενδυτές να αμφιβάλλουν για το πώς και αν μπορεί να υπάρξει τερματισμός της σύγκρουσης.
Όταν μια στρατιωτική κρίση φτάνει να απειλεί την ενέργεια, τη ναυσιπλοΐα, τις αγορές, το κόστος μεταφοράς, τις τιμές τροφίμων και τη συνολική οικονομική σταθερότητα, τότε τα πράγματα σοβαρεύουν παγκοσμίως. Η βαθιά κρίση με απρόβλεπτα αποτελέσματα βρίσκεται προ των πυλών. Και οι ενδιάμεσες εκλογές απασχολούν πολύ τον Τραμπ.
Γι’ αυτό η συζήτηση δεν μπορεί να μένει μόνο στο στρατιωτικό επίπεδο.
Δεν αρκεί να αναρωτιόμαστε αν οι ΗΠΑ μπορούν να αποβιβάσουν δυνάμεις ή αν το Ισραήλ μπορεί να επεκτείνει το μέτωπο. Το ερώτημα είναι εάν μπορούν να ελέγξουν τις συνέπειες όσων κάνουν.
Μπορούν να ελέγξουν μια ανάφλεξη που ακουμπά το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο, τις θαλάσσιες αρτηρίες του εμπορίου, τον Λίβανο, τον Κόλπο και συνολικά την παγκόσμια οικονομία; Και αν δεν μπορούν, τότε τι ακριβώς επιδιώκουν; Πέραν, φυσικά, του ότι επιχειρούν να καταλύσουν με καουμπόϊκο τρόπο την ακεραιότητα και ανεξαρτησία μιας χώρας.
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι αδιέξοδο. Πού θέλουν να οδηγήσουν τα πράγματα οι ΗΠΑ και το Ισραήλ.
















