Ήταν ένα μικρό κασελάκι, φθαρμένο από το χρόνο και τη χρήση, γεμάτο μπογιές και μυρωδιά από γυαλιστικό παπουτσιών. Εκεί, ανάμεσα στα χρώματα και τα όνειρα ενός λουστράκου, γεννήθηκε η πρώτη μελωδία ενός πιτσιρικά πρόσφυγα από την Τασκένδη με ρίζες από τον Πόντο.
Ήταν ο Λευτέρης Παγκοζίδης, ο οποίος έμελλε να γίνει ένας από τους πιο επιτυχημένους λαϊκούς τραγουδιστές της χώρας μας, ο Λευτέρης Πανταζής.
«Είμαστε Πόντιοι πρόσφυγες, “Λαζοί“. Έτσι μας έλεγαν οι Έλληνες – “Λάζος” , “Λαζοί” , που βγαίνει από το “Η Ελλάς Ζει”» έχει πει με περηφάνια ο ίδιος. Τόσο βαθιά μέσα του είχαν χαραχτεί οι ρίζες του από τον Πόντο από πολύ μικρή ηλικία.

«Ξεκίνησα σαν στιλβωτής παπουτσιών. Το κασελάκι το έχω σπίτι, ανάμεσα σε 40 πλατινένιους δίσκους για να θυμάμαι κάθε μέρα… Κάθε μέρα που ξυπνάω, αφού κάνω τον σταυρό μου, που είμαι όρθιος και λέω “είμαι δυνατός”. Πάω να κατακτήσω τη μέρα με ένα χαμόγελο… Από εκεί άρχισα να τραγουδάω στους δρόμους της Αθήνας, του Πειραιά, με τα πόδια και ψιθύριζα ένα τραγούδι που είχα γράψει με έναν φίλο μου, τον Παναγιωτίδη, που ήταν “Ο λουστράκος”».
Η φωνή του Λευτέρη Παγκοζίδη, ενός γνήσιου Πόντιου, ταξίδευε πάνω στα βήματα των ανθρώπων και τις στροφές των δρόμων, κουβαλώντας μαζί τη σιωπηλή δύναμη μιας καταγωγής που δεν ξεχνιέται. Κάθε ψίθυρος από τον δρόμο γινόταν νότα, κάθε περαστικός μαρτυρούσε τη γέννηση ενός τραγουδιού που θα γινόταν η αρχή μιας λαμπρής καριέρας.
Όπως επανειλημμένα έχει παραδεχτεί ο Λευτέρης Πανταζής, το τραγούδι φυσικά ήταν βιωματικό και στους πρώτους στίχους του περικλείονταν μέσα σε λίγες λέξεις όλες οι αγωνίες εκείνου του μικρού παιδιού που πάλευε για το μεροκάματο:
Λουστράκος στην Αθήνα σαν γυρνώ
και τον Θεό συχνά παρακαλώ
να ρίξει και για μένα μια βροχή
να βγάλω το ψωμί…
Δεν το ξεχνάει αυτό το τραγούδι. Μπορεί η πρώτη μεγάλη ολοκληρωμένη δισκογραφική του δουλειά να ήρθε με τη μεγάλη επιτυχία του «Μια εμπειρία ακόμα λοιπόν», όμως για τον ίδιο, η πρώτη και μεγάλη επιτυχία του στη ζωή ήταν αυτό το τραγούδι.
Μάλιστα το είχε τραγουδήσει όταν ακόμα ήταν μαθητής Δημοτικού, όπως ο ίδιος έχει αποκαλύψει για την πρώτη επαφή του με τη σκηνή και το ευρύ κοινό: «Την τελευταία ημέρα της ΣΤ’ Δημοτικού, τραγούδησα ένα τραγούδι που ήταν βγαλμένο από τη ζωή μου: “Λουστράκος στην Αθήνα σα γυρνώ και τον Θεό συχνά παρακαλώ να ρίξει και για μένα μια βροχή –να λερωθούν τα παπούτσια– να βγάλω το ψωμί”.

»Αυτό ήταν και το πρώτο τραγούδι που έγραψα. Ηχογραφήθηκε κιόλας, από μια εταιρεία που λεγόταν “Εύξεινος Πόντος”. Αφού τραγούδησα τότε και δάκρυσαν όλες οι μανούλες, με άκουσε ένας μπουζουξής, πατέρας μιας συμμαθήτριάς μου. Με κάλεσε σπίτι του, κάναμε πρόβες σε δυο-τρία τραγούδια και την άλλη μέρα έπιασα δουλειά στη “Λουζιτάνια”, στο Αιγάλεω, το 1969, σε ηλικία 12-13χρόνων». Και κάπως έτσι, ξεκίνησαν όλα.
Αυτό το τραγούδι στάθηκε και η αφορμή για να αλλάξει και το όνομά του. «Το πραγματικό μου όνομα είναι Λευτέρης Παγκοζίδης. Αλλά πρωτοβγήκα στο τραγούδι με το όνομα Πανταζίδης –ήταν το επίθετο της γιαγιάς μου– και μετά το έκανα Πανταζής… Το έκοψα σε Πανταζής, ένα όνομα που έχει και ωραίο μήνυμα, αν το αναλύσεις: πάντα-ζεις!»
Ο δίσκος αυτός με αυτό το ένα και μοναδικό τραγούδι του που αποτέλεσε και το ντεμπούτο του στη δισκογραφία, κρατά ζωντανή, ακόμα και σήμερα, την ανάγκη του για να γυρνάει στην αφετηρία του.
Κάθε πλευρά, κάθε στροφή βινυλίου, ήταν ένας χτύπος της καρδιάς του, ένας ψίθυρος από τα παλιά, από τον Πόντο και την προσφυγική μοίρα. Και μπορεί το τραγούδι αυτό να μην έγινε ποτέ επιτυχία, όμως ο ίδιος ο Λευτέρης Πανταζής δεν το ξεχνά ποτέ.

«Από δισκογραφικής πλευράς, μετά το τραγούδι “Ο λουστράκος”, που ήταν το πρώτο μου, το 1978 έβγαλα το “Δεν θυμάμαι πώς την λένε” σε στίχους της Μάρως Μπιζάνη… Έναν χρόνο μετά ήρθε ο πρώτος μεγάλος δίσκος μου, με τα “Παράνομος κι αν είναι ο δεσμός μας” και “Μια εμπειρία ακόμη λοιπόν”. Ο δίσκος λεγόταν Αγαπιόμαστε…» Και ύστερα όλα πήραν το δρόμο τους…
Το 45άρι με τον «Λουστράκο», όμως, έγινε μάρτυρας μιας εποχής, της αθωότητας και της επιμονής, του αγώνα ενός νεαρού Πόντιου πρόσφυγα που κρατούσε τα όνειρά του στα χέρια και τη μελωδία μέσα στην καρδιά. Κάθε φορά που γυρίζει η βελόνα, η Αθήνα της δεκαετίας του ’70 ξαναζωντανεύει μπροστά στα μάτια του: η Ομόνοια, οι δρόμοι, η μυρωδιά από τα πεζοδρόμια και το χαμόγελο ενός λουστράκου που τραγουδά.
«Το κασελάκι… στη μέση η θέση για το ποδαράκι και το παπούτσι. Από εκεί ξεκίνησα να τραγουδάω στους δρόμους… και ψιθύριζα το τραγούδι που είχα γράψει…».
Κάλλια Λαμπροπούλου
















