Ο Αλέξιος Γ΄ Μέγας Κομνηνός υπήρξε μία από τις σημαντικότερες μορφές της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας, την οποία κυβέρνησε από τον Δεκέμβριο του 1349 έως τον θάνατό του. Γεννημένος ως Ιωάννης, άλλαξε το όνομά του σε Αλέξιος, πιθανότατα προς τιμήν είτε του παππού του Αλέξιου Β΄ Μέγα Κομνηνού είτε του πρόωρα χαμένου αδελφού του. Ήταν γιος του αυτοκράτορα Βασιλείου Μέγα Κομνηνού και της Ειρήνης, κόρης τοπικού αριστοκράτη.
Μετά τον θάνατο του πατέρα του Βασιλείου, η πρώτη σύζυγός του Ειρήνη Παλαιολογίνα ανέλαβε την εξουσία και εξόρισε τη δεύτερη οικογένεια του αυτοκράτορα στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί, ο νεαρός Ιωάννης (Αλέξιος) μεγάλωσε στη βυζαντινή αυλή, σε μια περίοδο όπου η Τραπεζούντα ταλανιζόταν από συνεχείς εμφύλιες συγκρούσεις και ανατροπές.
Η επιστροφή του οργανώθηκε με τη στήριξη του Ιωάννη ΣΤ΄ Καντακουζηνού και μερίδας της τραπεζούντιας αριστοκρατίας, κυρίως της παράταξης των Σχολαρίων υπό τον Νικήτα Σχολάριο. Με στάσεις σε πόλεις όπως η Σινώπη, η Αμισός, η Κερασούντα και η Τρίπολη, έφθασε θριαμβευτικά στην Τραπεζούντα, στις 22 Δεκεμβρίου 1349.
Στις 21 Ιανουαρίου 1350 στέφθηκε αυτοκράτορας στον ναό του Αγίου Ευγενίου.
Για να εδραιώσει τη θέση του, περιόρισε τον προκάτοχό του Μιχαήλ Μέγα Κομνηνό σε μοναστήρι. Λίγο αργότερα, το 1351, παντρεύτηκε τη Θεοδώρα Καντακουζηνή, ενισχύοντας τους δεσμούς του με τη βυζαντινή αυλή.
Εσωτερικές συγκρούσεις και εξουσία
Η βασιλεία του σημαδεύτηκε από συνεχείς συγκρούσεις μεταξύ ισχυρών αριστοκρατικών οικογενειών. Ο Αλέξιος Γ΄ ακολούθησε μια ευέλικτη πολιτική, συμμαχώντας κατά περίπτωση με διαφορετικές φατρίες και καταστέλλοντας εξεγέρσεις με συλλήψεις και εκτελέσεις.
Οι Δωρανίτες και οι Σχολάριοι αποτέλεσαν βασικές απειλές παρ’ όλο που οι τελευταίοι ήταν εκείνοι που τον είχαν βοηθήσει να επιστρέψει στην Τραπεζούντα. Εξεγέρσεις, πολιορκίες και συγκρούσεις σε περιοχές όπως η Κερασούντα και η Κεγχρινά χαρακτήρισαν την περίοδο. Παρά τις δυσκολίες, μέχρι το 1355 κατάφερε να επιβάλει μία σχετική σταθερότητα.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της βασιλείας του, ο Αλέξιος Γ’ Μέγας Κομνηνός αντιμετώπισε επιδρομές από τουρκομανικά φύλα και εμιράτα. Εφάρμοσε συνδυασμό στρατιωτικής δράσης και διπλωματίας, συνάπτοντας συμμαχίες μέσω γάμων με ηγεμόνες.
Μεταξύ αυτών, συνδέθηκε με τον Μουταχαρτάν του Ερζιντζάν, τους Ακ-Κογιουνλού («Αμιτώτες»), καθώς και με άλλους τοπικούς ηγεμόνες. Αντιμετώπισε επίσης επιθέσεις από εμίρηδες της Σινώπης, της Κολώνειας και του Τζανίκ, ενώ συγκρούστηκε με τους Τζαπνήδες χωρίς να καταφέρει να τους εκδιώξει πλήρως.
Ο Αλέξιος Γ΄ διαχειρίστηκε επίσης με προσοχή τις σχέσεις με τη Βενετία και τη Γένοβα, επιδιώκοντας ισορροπία. Με χρυσόβουλα (σ.σ. επίσημα, έγγραφα διατάγματα των Βυζαντινών αυτοκρατόρων) το 1364 και το 1367 παραχώρησε εμπορικά προνόμια στους Βενετούς, αν και οι σχέσεις γνώρισαν κρίσεις και συγκρούσεις, φτάνοντας ακόμη και σε στρατιωτική ένταση το 1376. Παράλληλα, οι Γενουάτες διατήρησαν ενεργή παρουσία στην Τραπεζούντα, συμμετέχοντας και σε πολιτικές εξελίξεις και διαπραγματεύσεις.
Η πολιτική των επιγαμιών του Αλεξίου Γ’ επεκτάθηκε και προς το βασίλειο της Γεωργίας. Η κόρη του, Άννα, παντρεύτηκε τον βασιλιά Μπαγκράτ Ε΄, ενώ άλλοι δυναστικοί γάμοι ενίσχυσαν τις σχέσεις του με τους Καυκάσιους ηγεμόνες.
Προστάτης των γραμμάτων και της Εκκλησίας
Η εποχή του θεωρείται περίοδος ακμής για την Τραπεζούντα. Ο ίδιος υπήρξε προστάτης των τεχνών και των γραμμάτων, μετατρέποντας την πρωτεύουσα σε σημαντικό πνευματικό και εμπορικό κέντρο.
Κατά την περίοδο της διακυβέρνησής του, ο Αλέξιος Γ΄ Μέγας Κομνηνός ανέπτυξε έντονη δραστηριότητα υπέρ της Εκκλησίας, ενισχύοντας οικονομικά πολυάριθμα μοναστικά ιδρύματα εντός της επικράτειάς του, ενώ υπήρξε και ιδρυτής της Μονή Διονυσίου Αγίου Όρους. Σύμφωνα με τον χρονικογράφο Μιχαήλ Πανάρετο, το 1362 προχώρησε στην ανακαίνιση του ναού του Αγίου Φωκά στην Κορδύλη.
Ξεχωριστή θέση στην πολιτική του κατείχε η Μονή Παναγίας Σουμελά, στο όρος Μελά της Ματσούκας, προς την οποία επέδειξε ιδιαίτερη ευμένεια. Με αφορμή τη διάσωσή του από ναυάγιο, εξέδωσε τον Δεκέμβριο του 1364 χρυσόβουλο, με το οποίο όχι μόνο επιβεβαίωνε τα παλαιότερα προνόμια και τις ιδιοκτησίες της μονής, αλλά προχωρούσε και σε νέες εκτεταμένες δωρεές, αυξάνοντας τις κτήσεις γης και τους παροίκους της. Παράλληλα, εξασφάλισε πλήρη φορολογική απαλλαγή για όλα τα περιουσιακά στοιχεία της μονής, καθώς και απαλλαγή από κάθε μορφή οικονομικής ή στρατιωτικής επιβάρυνσης που θα μπορούσε να επιβληθεί από τις τοπικές Αρχές.
Οι ευνοϊκές ρυθμίσεις επεκτείνονταν και σε όσους εγκαθίσταντο στις εκτάσεις της μονής, είτε επρόκειτο για ξένους είτε για μετανάστες, οι οποίοι απαλλάσσονταν από κάθε δημόσιο φόρο. Επιπλέον, αν πάροικοι από αυτοκρατορικές γαίες μεταφέρονταν σε κτήματα της μονής, η περιουσία τους περιερχόταν αυτομάτως σε αυτήν. Το ίδιο ίσχυε και για τους παροίκους της μονής που πέθαιναν χωρίς κληρονόμους, χωρίς δυνατότητα διεκδίκησης από τρίτους. Ως μοναδική υποχρέωση προς το κράτος, η μονή κατέβαλε έναν φόρο ανά διετία.
Παράλληλα, σώζονται αντίγραφα δύο ακόμη χρυσοβούλλων του ίδιου αυτοκράτορα –αν και η αυθεντικότητά τους αμφισβητείται από την έρευνα– που αφορούν τη Μονή Αγίου Γεωργίου Χουτουρά και τη Μονή Βαζελώνος. Τα έγγραφα αυτά, με χρονολογίες 1365 και 1386 αντίστοιχα, κάνουν λόγο για παραχωρήσεις φόρων και οικισμών υπέρ των συγκεκριμένων μονών.
Το 1374, ο μοναχός Διονύσιος, αδελφός του μητροπολίτη Τραπεζούντας Θεοδοσίου, επισκέφθηκε την πρωτεύουσα με σκοπό να εξασφαλίσει οικονομική ενίσχυση για τη μονή του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου της «Νέας Πέτρας» στο Άγιο Όρος. Με τη μεσολάβηση του Θεοδοσίου, έγινε δεκτός από τον αυτοκράτορα και τον έπεισε να προχωρήσει στην ίδρυση νέου μοναστηριού στον Άθω, κατά το πρότυπο των προηγούμενων αυτοκρατόρων.
Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους εκδόθηκε σχετικό χρυσόβουλλο, με το οποίο ο Αλέξιος Γ΄ επικύρωνε τη χρηματοδότηση της ανέγερσης της μονής Διονυσίου. Το αυτοκρατορικό ταμείο ανέλαβε το σύνολο των εξόδων κατασκευής –ναού, κελιών, τειχών και υδραγωγείου– ενώ στον Διονύσιο παραχωρήθηκαν 100 σώμια αργύρου (περίπου 1.000 χρυσά υπέρπυρα), εκ των οποίων τα μισά καταβλήθηκαν άμεσα και τα υπόλοιπα σε τρεις ετήσιες δόσεις. Επιπλέον, η μονή εξασφάλισε ετήσια επιχορήγηση 1.000 ασημένιων νομισμάτων («κομνηνάτων») για τη συντήρηση της αδελφότητας.
Σε αντάλλαγμα, οι μοναχοί όφειλαν να μνημονεύουν διαρκώς τον αυτοκράτορα, την οικογένειά του, τους προγόνους και τους διαδόχους του, να παρέχουν φιλοξενία σε προσκυνητές από την Τραπεζούντα και να δέχονται όσους επιθυμούσαν να ακολουθήσουν τον μοναχικό βίο, τηρώντας παράλληλα απαρέγκλιτα τον κανονισμό λειτουργίας της μονής.
Ο Αλέξιος Γ΄ υπέγραφε τα χρυσόβουλά του ως «πιστός βασιλεύς και αυτοκράτωρ πάσης Ανατολής» και πέθανε στις 20 Μαρτίου 1390, αφήνοντας πίσω του μια μακρά και καθοριστική βασιλεία.
Η περίοδος της διακυβέρνησής του αποτέλεσε μία από τις πιο σταθερές και δημιουργικές φάσεις της ιστορίας της Τραπεζούντας, καθιστώντας τον έναν από τους σημαντικότερους ηγεμόνες του Ποντιακού ελληνισμού.

![(Πηγή: Βιβλιοθήκη Ιδρύματος Αικατερίνης Λασκαρίδη / el.travelogues.gr. Στην γκραβούρα [του 1853], η εσωτερική αυλή του Τεμένους του Σουλτάνου Μπεγιαζίτ Β’ στην Κωνσταντινούπολη)](https://www.pontosnews.gr/wp-content/uploads/2026/03/anaktoro-vayazit-360x180.jpg)














