Η φρούχνα σύρει το νερόν
και το νερόν την φρούχναν
και σέπεται το σάβανον
και κόφκεται το ράμμα μ’
και ρούζουν τα ματόφρυδα μ’,
τα φύλλα του προσώπου μ’
και ρούζουν τα κουλάκια μου
απάν’ σ’ ωμοπλατίτσ̌ι͜α μ’.
Αυτή είναι η τελευταία στροφή του μοιρολογιού της Τρίπολης του Πόντου, ενός χαρακτηριστικού δείγματος λαϊκής ποίησης που παρασέρνει όχι μόνο τον ακροατή, αλλά ακόμη και τον αναγνώστη.
Ο ρυθμός των λέξεων δημιουργεί μια δίνη που δεν αφήνει κανέναν απ’ έξω – όπως άλλωστε κάθε στιχούργημα που πηγάζει από την αυθεντική λαϊκή μούσα, τον αυθεντικό λαϊκό πόνο.
Όπως διαβάζουμε στην Εγκυκλοπαίδεια του ποντιακού ελληνισμού, «τα [ποντιακά] μοιρολόγια δεν εκδήλωναν μόνο τον πόνο των βαρυπενθούντων, αλλά και την πίστη στην ύπαρξη μεταθανάτιας ζωής. Γι’ αυτό έστελναν “χαιρετίας” με τον νεκρό σε φιλικά και συγγενικά πρόσωπα που είχαν πεθάνει, ενώ συχνά οι μοιρολογήτρες ενδιαφέρονταν για τη μεταθανάτια τύχη του μεταστάντος».
Έτσι κι εδώ. Η μοιρολογίστρα («Το μοιρολόεμαν τραγουδιέται σχεδόν πάντα από γυναίκες, συγγενείς συνήθως του νεκρού», γράφει η ΕΠΕ) ρωτά τον νεκρό: Ντο είδες και εζέλεψες; Ντο είδες κι επλανέθες; Γιάμ’ είδες ουρανόν σην γην; Γιάμ’ είδες φως ’ς σον Άδην; Γιάμ’ είδες το ξημέρωμαν ’ς ση φυλακής την πόρταν;», για να λάβει τη συγκλονιστική απάντηση:
Αδά η νύχτα, νύχτα έν’,
κι η μέρα πάλου νύχτα.
Το 2002 η Αλεξάνδρα Ξενοδοχίδου (γενν. 1925, Υφαντές Ροδόπης) ερμήνευσε με μοναδικό τρόπο αυτό το μοιρολόι στο LP Δημοτικά τραγούδια του Πόντου, με λυράρη τον Μιχάλη Καλιοντζίδη. Η μουσική θυμίζει έντονα το «Η Ρωμανία ‘πάρθεν», αλλά αυτά συμβαίνουν με τα παραδοσιακά τραγούδια.
– Ντο είδες και εζέλεψες;
Ντο είδες κι επλανέθες;
Γιάμ’ είδες ουρανόν σην γην;
Γιάμ’ είδες φως ’ς σον Άδην;
Γιάμ’ είδες το ξημέρωμαν
’ς ση φυλακής την πόρταν;
–Και μουδέ ουρανόν ’ς ση γην
και μουδέ φως ’ς σον Άδην
και μουδέ το ξημέρωμαν
’ς ση φυλακής την πόρταν
Αδά η νύχτα, νύχτα έν’
κι η μέρα πάλου νύχτα
Αδά λαχτόριν ’κί λαλεί,
ποτές ’κί ξημερώνει!
Η φρούχνα σύρει το νερόν
και το νερόν την φρούχναν
και σέπεται το σάβανον
και κόφκεται το ράμμα μ’
και ρούζουν τα ματόφρυδα μ’,
τα φύλλα του προσώπου μ’
και ρούζουν τα κουλάκια μου
απάν’ ’ς σ’ ωμοπλατίτσ̌ι͜α μ’.
[Πηγή: pontianlyrics.gr]
















