Η Μέση Ανατολή μπαίνει σε μια νέα εποχή, και το πιο επικίνδυνο λάθος είναι να τη διαβάζουμε με τα παλιά σχήματα. Για δεκαετίες, η περιοχή παρουσιαζόταν περίπου ως σταθερό πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα σε αυταρχικά καθεστώτα, μοναρχίες, ισλαμιστικά κινήματα και εξωτερικές δυνάμεις. Αυτό το σχήμα δεν αρκεί πια.
Σήμερα αναδύονται δύο μεγάλοι πόλοι κοινωνικής και πολιτικής αλλαγής: από τη μία, οι δυνάμεις του πολιτικού Ισλάμ, που εξακολουθούν να διαθέτουν οργανωτικά δίκτυα, μνήμη και ιδεολογική συνοχή· από την άλλη, ένα ευρύτερο, ανομοιογενές αλλά υπαρκτό κοσμικό ρεύμα, που δεν είναι κατ’ ανάγκην «δυτικόφιλο», αλλά ζητεί κράτος λειτουργικό, οικονομία που να παράγει και δημόσιο χώρο λιγότερο εξαρτημένο από τη θρησκευτική νομιμοποίηση.
Τα στοιχεία του Arab Barometer δείχνουν ότι η εμπιστοσύνη προς τα ισλαμιστικά κόμματα υποχώρησε έντονα την προηγούμενη δεκαετία, ακόμη κι αν η θρησκευτικότητα δεν ακολούθησε γραμμικά την ίδια πτωτική πορεία μετά το 2020.
Αυτό σημαίνει ότι ο ισλαμισμός δεν εξαφανίζεται, αλλά παύει να είναι η αυτονόητη αναφορά διαμαρτυρίας και αλλαγής. Και εκεί αρχίζει η ανησυχία των καθεστώτων, ακόμη και των μοναρχιών.
Διότι όταν η νομιμοποίηση δεν παράγεται πλέον ούτε από τη θρησκευτική αυθεντία ούτε από τη μεταποικιακή ρητορική, τότε αναδύεται το ερώτημα ποιος κυβερνά, με τι αποτελεσματικότητα και με ποιο κοινωνικό συμβόλαιο;
Η πίεση αυτή αγγίζει αναπόφευκτα και το Ιράν, όπου ο πόλεμος δεν κρίνει μόνο στρατιωτικές ισορροπίες αλλά και τη μελλοντική δυνατότητα του καθεστώτος να κυβερνήσει.
Για τις εξελίξεις στο Ιράν εμφανίζονται δύο προσεγγίσεις.
Η πρώτη λέει ότι το καθεστώς μπορεί να δείχνει ακόμη αντοχή, όμως η αντοχή δεν ταυτίζεται με την ικανότητα διακυβέρνησης. Αυτή η ανάγνωση έχει σοβαρά ερείσματα: η αμερικανική Διεύθυνση Εθνικών Πληροφοριών δήλωσε ότι η ιρανική κυβέρνηση «φαίνεται άθικτη αλλά σε μεγάλο βαθμό υποβαθμισμένη», ενώ παράλληλα παραμένει ικανή να πλήττει αμερικανικά και συμμαχικά συμφέροντα.
Την ίδια στιγμή, αναλύσεις περιγράφουν έναν Τραμπ παγιδευμένο σε πόλεμο «χωρίς καθαρή έξοδο», με το ερώτημα να μην είναι αν το καθεστώς έσπασε στρατιωτικά, αλλά αν μετά τον πόλεμο θα μπορεί να κυβερνήσει πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά.
Η δεύτερη ερμηνεία υποστηρίζει ότι η Ουάσινγκτον του Τραμπ δεν επιδιώκει μακρά κατοχή του Ιράν, αλλά μια περιορισμένη, εξαναγκαστική αναδιάταξη γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, ώστε να αφαιρέσει από την Τεχεράνη το βασικό χαρτί εκβιασμού της.
Σύμφωνα με τα ειδησεογραφικά πρακτορεία, στην Ουάσινγκτον συζητούνται επιλογές που περιλαμβάνουν την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας στο Ορμούζ και ακόμη και αποστολή χερσαίων δυνάμεων στη νήσο Χαργκ, κόμβο του 90% των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου. Δεν υπάρχει –τουλάχιστον μέχρι τώρα– επιβεβαιωμένη επίσημη αμερικανική απόφαση για καταδρομική επιχείρηση σε πέντε ιρανικά νησιά, αλλά πληροφορίες και εκτιμήσεις που επικαλείται ο υποναύαρχος ε.α. Δημήτρης Τσαϊλάς, το υποστηρίζουν.
Μέσα σε αυτή τη ρευστότητα, η ελληνική κυβέρνηση κατάφερε να μιλήσει περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν μετά την αναχαίτιση δύο ιρανικών βαλλιστικών πυραύλων από την ελληνική συστοιχία Patriot που έχει εγκατασταθεί στην Σαουδική Αραβία. Το ερώτημα είναι αν υπήρχε λόγος η Αθήνα να αναλάβει δημοσίως την ευθύνη μιας επιχειρησιακής πράξης σε μια τόσο εύφλεκτη σύγκρουση. Ήταν ο ιδρυτής του κόμματος που κυβερνά όταν κάποτε είπε πως «υπάρχουν πράγματα που γίνονται και δεν λέγονται».
Η ελληνική ενέργεια μπορεί να ενταχθεί στο σχήμα της συλλογικής άμυνας υπέρ της Σαουδικής Αραβίας, αλλά αυτό δεν είναι το ίδιο με τον κυβερνητικό ισχυρισμό «καμία εμπλοκή».
Δεν μιλάμε για πλήρη είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο, μιλάμε όμως για υπαρκτή επιχειρησιακή συμμετοχή με ελληνικό προσωπικό, υπό ελληνική κρατική ευθύνη. Η κυβερνητική δήλωση δεν ήταν απλώς αφελής. Ήταν επικίνδυνη.
Οι Ένοπλες Δυνάμεις δεν χρειάζονται δημόσιες εξάρσεις αυτοθαυμασμού από την πολιτική ηγεσία για να αποδείξουν την επάρκειά τους. Μια χώρα σαν την Ελλάδα, που δεν έχει κανέναν λόγο να μετατραπεί σε προνομιακό στόχο ιρανικής ρητορικής ή επιχειρησιακής στοχοποίησης – όφειλε να προστατεύσει τον εαυτό της με τη σιωπή της.
Η Μέση Ανατολή αλλάζει, αλλά δεν αλλάζει γραμμικά. Ο ισλαμισμός φθείρεται πολιτικά, χωρίς να έχει ηττηθεί κοινωνικά. Τα καθεστώτα αντέχουν, χωρίς να είναι βέβαιο ότι θα μπορούν να κυβερνούν με τον ίδιο τρόπο μετά τον πόλεμο. Η Ουάσινγκτον αναζητεί έξοδο, όχι κατ’ ανάγκην λύση. Και η Αθήνα, αντί να διαβάσει τη ρευστότητα με ψυχραιμία, διάλεξε να φωτογραφηθεί μέσα σε αυτήν.
















