«Έχει όμως τον καλύτερο δήμαρχο απ’ όλες τις τουρκικές πόλεις»
Ανδρέας Καρκαβίτσας
–
Λίγες φορές ένα λογοτεχνικό κείμενο καταφέρνει να αποτυπώσει με τόση ζωντάνια μια πόλη και την ψυχή της όσο το κείμενο του Ανδρέα Καρκαβίτσα για την Κερασούντα.
Μέσα από τη ματιά του μεγάλου Έλληνα πεζογράφου, αναδύεται μια ζωντανή, πολυεθνική πόλη, με έντονο ελληνικό στοιχείο, εύφορη γη και κοινωνική συνοχή. Μια πόλη όπου, όπως σημειώνει, οι Έλληνες αποτελούν τη μισή και πλέον δύναμη του πληθυσμού, συνυπάρχοντας με Αρμένιους και Τούρκους.
Στο επίκεντρο της αφήγησης ωστόσο βρίσκεται ο άνθρωπος που την διαμόρφωσε: ο καπετάν Γιώργης Κωνσταντινίδης, ένας ναυτικός που έγινε δήμαρχος και κατόρθωσε το ακατόρθωτο.
Ο Καρκαβίτσας τον παρουσιάζει ως μια μορφή σχεδόν πατρική για τους κατοίκους, αγαπητή σε όλους, ανεξαρτήτως καταγωγής, έναν άνθρωπο που άλλαξε την όψη της Κερασούντας με έργα ουσίας: δρόμους, πλατείες, παρεμβάσεις που έδιναν μια εικόνα «παστρική» και αρχοντική – μοναδική για τα δεδομένα της εποχής.

Η μαρτυρία αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη αξία αν τη δούμε στο ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο. Η σημερινή Giresun, πόλη με ιστορία που ξεκινά ήδη από τον 7ο αιώνα π.Χ., υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα αστικά κέντρα του Πόντου. Κατά τους βυζαντινούς χρόνους εντάχθηκε στο θέμα Χαλδίας, ενώ στα χρόνια των Μεγάλων Κομνηνών αναδείχθηκε σε δεύτερη σε σημασία πόλη της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας.
Μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα, η Κερασούντα αποτελούσε μια από τις ελάχιστες πόλεις του Πόντου με διαχρονικά ισχυρή ελληνική αστική παρουσία, με σχολεία, ναούς, συλλόγους και έντονη πολιτιστική δραστηριότητα. Ο ίδιος ο καπετάν Γιώργης, άλλωστε, δεν ήταν μόνο δήμαρχος – ήταν σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής ακμής.
Γράφει ο Καρκαβίτσας
«11 του Οχτώβρη 1892. Η πόλις δεν έχει σπουδαία χτίρια, αλλά τα σπίτια της όλα κρύβονται μέσα σε κήπους καταπράσινους, που κολυμπούν όλα, νομίζεις, στη χλωρόσα. Κάτοικοι έως 20 χιλιάδες. Οι δέκα και πλέον είναι Έλληνες. Οι άλλοι εξ ημισείας Αρμένιοι και Τούρκοι. Χώμα αφράτο, ζηλευτό, πολυκάρπιο. Το κρασί βγαίνουν από κληματαριές, που τις απλώνουν στα ψηλά δένδρα, τα κοκκινόξυλα.
»Έχει όμως τον καλύτερο δήμαρχο απ’ όλες τις τουρκικές πόλεις και γι’ αυτό φαίνεται η παστρικότερη και η πλέον αρχοντική πόλις της Τουρκίας.
»Ο καπετάν Γιώργης έκαμε δέκα χρόνια ναυτικός και δεκαπέντε έχει τώρα δήμαρχος. Δεν σκέπτεται να τον αλλάξουν, πριν πεθάνει, οι κάτοικοι όλοι ομόφυλοι και αλλόφυλοι. Κατόρθωσε το δυσκολότερο πράγμα, που ημπορεί να κάμει κανείς σε τουρκική πόλη: να χαράξει δρόμους πλατείς και ίσους, ολοίσιους, απ’ άκρη σ’ άκρη, καταμεσής της πόλεως.

»Απάνω στο Παλιόκαστρο είχεν εμποδισμένο από πολύν καιρό, με τεχνικότατες διαδόσεις, να πηγαίνει κόσμος. Κι έξαφνα, όταν ημπόρεσαν ν’ ανεβούν απ’ κει οι προύχοντες, ευρήκαν αντί τις πέτρες και τ’ αγριάγκαθα που ήξευραν, πλατεία χαριτωμένη, δενδροφυτεμένη, όπου, τώρα τις γιορτές του καλοκαιριού, ανεβαίνουν και δροσολογιύνται οι κάτοικοι, στο απέραντο εκείνο και μεγαλοπρεπές πανόραμα. Αυτά και άλλα λαμπρά του έργα και προσπάθειες αστείρευτες έκαμαν τους Μαυροθαλασσίτες όλους να έχουν στα χείλη τους πάντα τ’ όνομά του και να μην το αναφέρουν παρά για πατέρα και προστάτη των συμπολιτών του.
»Στο βάθος, πίσω από την πόλη, ένας λόφος προβάλλει ανάμεσα στα βουνά, παράδοξος λόφος, σαν ορθή δαγκώνα αστακού, κι έχει στην κορφή του παλαιό βυζαντινό μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου. Ο άγιος είναι θαυματουργός. Όταν πανηγυρίζει συνάζεται απ’ ολούθε περίγυρα κόσμος και κοσμάκης και ο διοικητής με στρατιώτες. Οι Τούρκοι σέβονται τον άγιον και δεν πιάνουν ούτε μαχαίρι την ημέρα της μνήμης του. Κάθε δύο χρόνια εκλέγουν το δήμαρχό τους».
Η τραγική ειρωνεία
Κατά τραγική ειρωνεία –ή, όχι και τόσο, αν αναλογιστεί κανείς το γενοκτονικό σχέδιο για την εξάλειψη των χριστιανικών πληθυσμών της καταρρέουσας Οθωμανικής Αυροκρατορίας–, τον Έλληνα «καλύτερο δήμαρχο» της Κερασούντας τον διαδέχθηκε μια ύαινα (έτσι τον έχουν αποκαλέσει), μια από τις πιο σκοτεινές προσωπικότητες της εποχής.

Ο Τοπάλ Οσμάν, που σε μια νύχτα έγινε δήμαρχος Κερασούντας και κατέληξε κρεμασμένος με διαταγή του Μουσταφά Κεμάλ ως αποδιοπομπαίος τράγος, είχε υπογράψει πολλές θανατικές καταδίκες, είτε προσωπικά είτε μέσω των συμμοριών των τσετών που διηύθυνε. Ουσιαστικά τον εξόντωσε ο ίδιος άνθρωπος που του έδωσε λευκή επιταγή ώστε τα έμπειρα χέρια του να λύσουν «το πρόβλημα των Ποντίων».
















