Λίγα μόλις μέτρα από την Κόκκινη Πλατεία, μπροστά από το ναό των Θεοφανίων, εκεί όπου πριν από περισσότερους από τρεις αιώνες ξεκίνησε ένα από τα σημαντικότερα πνευματικά εγχειρήματα της Ρωσίας, η ελληνική παρουσία παραμένει ζωντανή.
Η κατάθεση στεφάνου που έγινε πριν από λίγες μέρες στο μνημείο των αδελφών Λειχούδη δεν ήταν απλώς μια τελετή μνήμης, αλλά μια υπενθύμιση ότι η ανώτατη εκπαίδευση στη Ρωσία φέρει ελληνική σφραγίδα.
Σε αυτό το σημείο, όπου στις 6 Μαρτίου 1685 οι Κεφαλονίτες μοναχοί Ιωαννίκιος και Σωφρόνιος δίδαξαν για πρώτη φορά, η πρέσβης της Ελλάδας στη Μόσχα Αικατερίνη Ξαγοράρη κατέθεσε στεφάνι και μίλησε σε Έλληνες της ρωσικής πρωτεύουσας για το έργο τους και τη διαχρονική του σημασία.
Επιπλέον, η πρεσβεία εξέφρασε τις θερμές ευχαριστίες της προς τον πρόεδρο των Ελλήνων Μόσχας, ακαδημαϊκό Χρήστο Ταχτσίδη, για την πρωτοβουλία και την άψογη διοργάνωση.

Το μνημείο των αδελφών Λειχούδη ανεγέρθηκε κατόπιν συνεννόησης του τότε πρωθυπουργού Κώστα Καραμανλή με τον Πατριάρχη Μόσχας και Πάσης Ρωσίας Αλέξιο και τον δήμαρχο της πόλης Γιούρι Λουζκόφ. Η επιγραφή του –στα ρωσικά και τα ελληνικά–, αναγράφει:
«Στους Έλληνες διαφωτιστές αδελφούς Ιωαννίκιο και Σωφρόνιο Λειχούδη. Προσφορά της Ελληνικής Κυβέρνησης στην πόλη της Μόσχας. Ανηγέρθη εν έτει 2007».
Από την Κεφαλονιά στη Μόσχα
Η ιστορία των αδελφών Λειχούδη μοιάζει σχεδόν μυθιστορηματική. Ο Ιωάννης (Ιωαννίκιος) και ο Σπύρος (Σωφρόνιος), γεννημένοι στο Ληξούρι τον 17ο αιώνα, σπούδασαν στην Ιταλία –στη Βενετία και την Πάδοβα– και αναδείχθηκαν σε λόγιους με βαθιά θεολογική και φιλοσοφική κατάρτιση.
Επέστρεψαν στον ελληνικό χώρο και δίδαξαν σε Κεφαλονιά, Ναύπακτο, Άρτα, Θεσσαλία και Μακεδονία, πριν μεταβούν στην Κωνσταντινούπολη. Από εκεί, ως απεσταλμένοι των τεσσάρων πρεσβυγενών Πατριαρχών, κλήθηκαν να μεταβούν στη Ρωσία με έναν σαφή στόχο: την ίδρυση ενός ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος ορθόδοξης κατεύθυνσης.
Το ταξίδι τους υπήρξε περιπετειώδες. Συνελήφθησαν από Πολωνούς Ιησουΐτες, κρατήθηκαν αιχμάλωτοι και τελικά απελευθερώθηκαν χάρη στην παρέμβαση του θείου τους, ιατρού Ιάκωβου Πυλαρινού. Μετά από μεγάλη ταλαιπωρία, έφτασαν στη Μόσχα στις 6 Μαρτίου 1685, όπου τους υποδέχθηκαν με τιμές ο Πατριάρχης και οι τσάροι Ιωάννης Ε’, Πέτρος Α’ και Σοφία.
Το πρώτο πανεπιστήμιο της Ρωσίας
Στη Μόσχα ίδρυσαν τη Σλαβο-γραικο-λατινική Ακαδημία – το πρώτο ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα της Ρωσίας. Εκεί δίδαξαν ελληνικά γράμματα, φιλοσοφία, λογική, θεολογία και λατινικά, μεταφέροντας τη βυζαντινή και ελληνική πνευματική παράδοση στη ρωσική κοινωνία.
Η ελληνική γλώσσα διδασκόταν ως ζωντανή, με στοιχεία της εποχής τους, ακόμη και της κεφαλονίτικης διαλέκτου.
Οι μαθητές τους προέρχονταν τόσο από αριστοκρατικές οικογένειες όσο και από ταπεινότερα στρώματα, συγκροτώντας την πρώτη γενιά Ρώσων λογίων. Πολλοί από αυτούς στελέχωσαν αργότερα την ίδια την Ακαδημία και συνέβαλαν καθοριστικά στη διαμόρφωση της πνευματικής ζωής της χώρας.

Δοκιμασίες και παρακαταθήκη
Παρά τη μεγάλη τους προσφορά, οι αδελφοί Λειχούδη βρέθηκαν σύντομα αντιμέτωποι με αντιδράσεις, κυρίως στο πλαίσιο των θρησκευτικών και πολιτικών αντιπαραθέσεων της εποχής. Τελικά εκδιώχθηκαν από την Ακαδημία και εξορίστηκαν, χωρίς όμως να σταματήσουν τη διδασκαλία και τη διάδοση των ελληνικών γραμμάτων.
Σύμφωνα με την παράδοση, στο Νόβγκοροντ ίδρυσαν δεκάδες ελληνικά σχολεία. Αργότερα επέστρεψαν στη Μόσχα σε προχωρημένη ηλικία. Ο Ιωαννίκιος πέθανε το 1717, ενώ ο Σωφρόνιος συνέχισε το έργο του στη μετάφραση και τη διδασκαλία, συμβάλλοντας μεταξύ άλλων στη διαμόρφωση της ρωσικής γλώσσας μέσα από σημαντικά έργα.
















