«Από το βαπόρι μοιάζει μ’ ένα μεγάλο και χλοερότατο περιβόλι.
Τα χρωματιστά χτίριά της προβάλλουν μέσ’ από τα δένδρα, κοντυλογραμμένα σε καταπράσινο τάπητα».
Ανδρέας Καρκαβίτσας
∼
Η Τραπεζούντα υπήρξε για αιώνες μία από τις σημαντικότερες πόλεις του ελληνισμού στον Εύξεινο Πόντο. Χτισμένη σε στρατηγική θέση στις ακτές, αποτέλεσε σημαντικό εμπορικό και πολιτισμικό κέντρο, ενώ η ιστορία της συνδέθηκε στενά με την παρουσία και τη δράση του ελληνικού στοιχείου στην περιοχή.
Πολύτιμες εικόνες για την πόλη μάς προσφέρουν τα ταξιδιωτικά κείμενα του Ανδρέα Καρκαβίτσα, ενός από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της νεοελληνικής λογοτεχνίας.
Στο έργο του καταγράφει με γλαφυρότητα το φυσικό τοπίο, την κοινωνική ζωή και τα μνημεία της Τραπεζούντας, προσφέροντας μια ζωντανή μαρτυρία για έναν τόπο όπου η αίγλη των Κομνηνών, οι βυζαντινές εκκλησίες και η μνήμη του ποντιακού ελληνισμού παραμένουν ακόμη ορατές.
Μέσα από την περιγραφή του, η Τραπεζούντα εμφανίζεται ως μια πόλη γεμάτη ιστορία και αντιθέσεις: από τα καταπράσινα βουνά και τις ακτές του Εύξεινου Πόντου μέχρι τις παλιές εκκλησίες και τις συνοικίες όπου συνυπήρχαν διαφορετικές κοινότητες. Η ματιά του συγγραφέα μετατρέπει την περιήγηση στην πόλη σε ένα μικρό ταξίδι στο χρόνο.
Μεγάλη πόλις
Μονοήμερα φθάνουμε στην Τραπεζούντα. 75 μίλια απέχει η Τραπεζούντα από την Κερασούντα. Περνούμε αντίκρυ από ακρωτήρια και κόρφους και λιμανάκια και ψηλά δασωμένα βουνά. Η χλωροδά τους βαθύπρασινη, αντριωμένη. Όσο ανεβαίνουν στο εσωτερικό τόσο και ψηλώνουν, τόσο ομορφαίνουν και δασώνονται. Ποια άραγε απ’ όλες κορφή να είναι το όρος της Θήχης, απ’ όπου οι Μύριοι χαιρέτησαν την ποθητή τους θάλασσα;
Η Τραπεζούντα είναι μεγάλη πόλις. Καβαλικεύει κι αυτή ένα χοντρό κάβο και του αφήνει γυμνό το κεφάλι, με τον φάρο μόνον και τους στρατιώτες και τα τελωνεία. Είναι έδρα του βιλαετίου της Τραπεζούντας. Το βιλαέτι έχει έκταση διπλή απ’ ό,τι έχει η ελεύθερη Ελλάς και κατοίκους διπλασίους. Αρχίζει από τη Σαμψούντα το γιαλό γιαλό και φθάνει τρεις ώρες κάτω από το Βατούμ. Στο εσωτερικό καταντά μέχρι του Έρζερομ, 8-10 ημερών διάστημα από δω.

Η πόλις μόνη έχει 35 με 40 χιλιάδες κατοίκους Έλληνας και Τούρκους και Αρμένιδες. Από το βαπόρι μοιάζει μ’ ένα μεγάλο και χλοερότατο περιβόλι. Τα χρωματιστά χτίριά της προβάλλουν μέσ’ από τα δένδρα, κοντυλογραμμένα σε καταπράσινο τάπητα.
Τώρα μέσα στην παλαιά πόλη κατοικούν όλο Τούρκοι. Οι άλλοι κάτοικοι ερίχθηκαν προς τα έξω, στ’ ανοιχτά, εσυνοίκησαν το Γκιαούρ Μεϊντάν κι επήραν την ανατολική πλαγιά του βράχου έως τη θάλασσα. Στο Γκιαούρ Μεϊντάν, που άλλοτε το θεωρούσαν τόπο καταραμένο, γιατί εκεί εσφάγηκαν οι χωρικοί που επήγαν τη Μεγάλη Παρασκευή ξαφνικά κι επήραν πάλι την πόλη, τώρα είναι δυο έμορφες πλατείες δενδροσκέπαστες, και συνάζεται ο καλός κόσμος της πόλεως, και παίζει τρεις φορές την εβδομάδα η στρατιωτική μουσική.
Ανατολικά της πόλεως, απάνω από τον αμαξωτό δρόμο, που πηγαίνει στο εσωτερικό, ορθώνεται χονδρός βράχος το Πόστεπε. Ήσαν στην κορφή του ερείπια μιας αρχαίας μονής. Προ τριών χρόνων έκτισαν κομψό τζαμί μ’ έξοδα του Σουλτάνου. Έμενεν εκεί, τον παλαιό καιρό, ένας θαυματουργός μονάς. Σύκαιρα εφανερώνονταν εδώ και στη Μέκκα και την Αγια-Σοφιά της Πόλης. Τέλος εφάνηκε κι εκηρύχθηκε άγιος από τους Τούρκους και στον τόπο που εμόναζε έκτισαν το Τζαμί.
Στη μέση του Πόστεπε ασπρίζει η Παναγία η Θεοσκέπαστη μέσα σε σπηλιά. Στα βάθη της σπηλιάς στάζει νερό, που το θεωρούν για αγίασμα. Στις 25 του Μάρτη πηγαίνουν και πανηγυρίζουν εκεί.

Η Τραπεζούντα στέλνει στο εξωτερικό φασούλια και λεφτοκάρυα. Έχει πλούσιους εμπόρους και ισχυρές τουρκικές οικογένειες ιστορικές, από τον καιρό της κατακτήσεως ακόμη, αλλά ξεπεσμένες.
Μια τέτοια οικογένεια, του Σατίρογλου, έσωσε τους χριστιανούς κατοίκους πολλές φορές από τον όλεθρο και τη σφαγή. Όταν οι ομόφυλοί του αγρίευαν από φανατισμό κι ήθελαν να χυθούν μαχαιροφόροι στα χριστιανικά σπίτια, μόνος ο Οσμάν πασάς ήταν ικανός να τους εμποδίσει. Και το έκανε πάντα μ’ όλη την προθυμία και ο χριστιανικός λαός της Τραπεζούντας τιμάει ακόμη τη μνήμη του και σέβεται τη γενεά του.
Η πόλις των Κομνηνών ήταν αφιερωμένη στον Άγιο Ευγένιο και στα νομίσματά της ήταν χαραγμένη η εικόνα του μαζί με την εικόνα του βασιλιά. Μεγάλες και καλοχτισμένες βυζαντινές εκκλησίες ήταν τότε στην πόλη και τα περίχωρα, και διατηρούνται ακόμη τζαμιά οι περισσότερες. Μέσα στα τείχη είναι της Θεοτόκου Χρυσοκεφάλας, χαλκοσκέπαστη. Οι τοίχοι της από μέσα είναι όλοι ιστορισμένοι με το ψηφί και σκαλισμένες όλες της οι πόρτες με τον τόρνο.
Στον παλιό καιρό ήταν αυτή η Μητρόπολις. Άλλη εκκλησία είναι της Αγίας Σοφίας στα δυτικά της πόλεως, κομψότατη, αληθινό καλλιτέχνημα. Άλλη του Αγίου Βασιλείου, που την έχτισε μ’ έξοδα του Ιουστινιανού ο στρατηγός Βελισσάριος. Άλλη του Αγίου Γρηγορίου Νύσσης, χτισμένη από τον Αλέξιο τον Γ’. Είναι και η μικρή εκκλησία του Αγίου Φιλίππα, χτισμένη από μία βασιλοπούλα, κάτω στη Διαφούντα, όπου και κατέφυγε η Μητρόπολις έπειτ’ από την Άλωση, και η μονή του Αγίου Ευγενίου, όπου έκανε την πρώτη του προσευχή ο κατακτητής.

Ημπορεί κανείς να ειπεί πως ακόμη και τώρα, την ιστορία και ανάπτυξη του Ποντιακού κράτους των Κομνηνών, την βρίσκει απάνω στη γη της Τραπεζούντας ολοζώντανη.
















