Ιστορικό πρόσωπο ή προϊόν μυθοπλασίας,1 η Ελένη Καντακουζηνή είναι καταγεγραμμένη στη συλλογική συνείδηση ως η τελευταία αυτοκράτειρα της Τραπεζούντας. Δεύτερη σύζυγος του Δαβίδ Μεγαλοκομνηνού, απέκτησε μαζί του πέντε παιδιά: τον Βασίλειο, τον Μανουήλ, τον Γεώργιο, την Άννα –που παντρεύτηκε Οθωμανό αξιωματούχο– και ακόμα μία κόρη, η οποία νυμφεύθηκε τον Μαμία, πρίγκιπα της Γκουρίας στη Γεωργία.
Όταν –δύο χρόνια μετά την Άλωση της Τραπεζούντας από τον Μωάμεθ Β’, τον Δεκαπενταύγουστο του 14612–, η οικογένειά της αφανίστηκε από το μαχαίρι των Οθωμανών, στην Ελένη έλαχε ο πιο βαρύς κλήρος.
Κατ’ εντολήν του Πορθητή, τα άψυχα κορμιά του Δαβίδ και των παιδιών της πετάχτηκαν έξω από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης (εκεί έλαβε χώρα η εκτέλεση), και έπρεπε να μείνουν εκεί, άταφα, να τα κατασπαράξουν τα όρνεα. Καμία ταφή, καμία δόξα δεν έπρεπε στον Βυζαντινό αυτοκράτορα και τους απογόνους του!

Όμως η Ελένη, δεύτερη Αντιγόνη, αντέβη τους νόμους του νικητή, του ισχυρού, και με μια αξίνα στο χέρι ανέβηκε στον τόπο της θυσίας και πάλεψε με τα σαρκοφάγα σκυλιά και τα όρνεα για έναν τελευταίο σκοπό:
Να αποδώσει –έστω και μέσα της, στην καρδιά της συζύγου και της μάνας– τον ύστατο φόρο τιμής, την ταφή απέναντι στη βορά –«γεύμα πολύτιμο»– των σαρκοφάγων.
Αυτή η ιστορία –κομμάτι της Ιστορίας άραγε;– παραδίδεται και από τον σπουδαίο Βρετανό βυζαντινολόγο σερ Στίβεν Ράνσιμαν στο γνωστό έργο του The Fall of Constantinople (1969) ως εξής: «Η Ελένη έσκαψε το χώμα με τα χέρια της και τους έθαψε· καταδικάστηκε σε πρόστιμο 15.000 δουκάτων, ή να εκτελεστεί […]».
Ήδη όμως από τα μέσα του 19ου αιώνα, η Ελένη Καντακουζηνή πέρασε τα σύνορα του Πόντου, αλλά και της Ελλάδας, χάρη στον –άγνωστο στη χώρα μας– Γερμανό συγγραφέα και ποιητή Λούντβιχ Στροχ, ο οποίος στη γερμανική βιβλιογραφία είναι καταγεγραμμένος ως συγγραφέας ιστορικών μυθιστορημάτων, διηγημάτων και ποιημάτων. Ως τακτικός συνεργάτης του (πρωτοποριακού για την εποχή του) περιοδικού Die Gartenlaube, δημοσίευσε το 1855 το πολύστιχο ποίημα «Die Kaiserin von Trapezount – 1461».

Δυστυχώς, δεν είμαστε σε θέση να εντοπίσουμε την ακριβή πηγή της έμπνευσης του Στροχ, ούτε όμως και να αποδώσουμε πιστά την ποιητικότητα του έργου. Ως εκ τούτου, παραθέτουμε μεγάλο μέρος του σε ελεύθερη απόδοση, ελπίζοντας ότι μεταφέρουμε το λυρισμό του – αλλά και την ιστορία της Ελένης Καντακουζηνής όπως επέζησε μέσα στους αιώνες.


Ποια είναι αυτή που στο πρώτο γκρίζο φως της μέρας περνά την πύλη της πόλης του Σουλτάνου; – Η πρωινή δροσιά υγραίνει τα πόδια της· ο άνεμος ανακατεύει το τραχύ ένδυμά της, στο χέρι της κρατάει μια αξίνα. Τι την θέλει την αξίνα αυτή η ευγενική γυναίκα; Αυτή δεν είναι μια γυναίκα που πηγαίνει νωρίς στα χωράφια. Αυτή είναι γεμάτη μεγαλοπρέπεια!
Εκεί πάνω δεν υπάρχει χωράφι να σκάψει. Σιωπηλή και σκυθρωπή σκαρφαλώνει το βραχώδες μονοπάτι προς τον τόπο της εκτέλεσης – την τριγυρίζουν σκύλοι και κοράκια.
Στα δυτικά υψώνεται το στεφάνι των γυμνών βουνοκορφών, στα ανατολικά τα βυζαντινά κάστρα και ο γαλάζιος καθρέφτης της Προποντίδας. Στον Βορρά κυλάει ο Βόσπορος – μαύρο ποτάμι ρέει μέσα από τη βραχώδη πύλη του Πόντου, πέρα από την επτάλοφη πόλη.

Φτάνει στον προορισμό της και αντικρίζει το αιματοβαμμένο ικρίωμα στο οποίο χάθηκε ο αυτοκρατορικός οίκος, δύο ανώτατοι άρχοντες και οκτώ αγόρια. Τα χλομά πτώματα κείτονται στο έδαφος κεφάλι με κεφάλι, γεύμα πολύτιμο για τα αδηφάγα σκυλιά και τα κοράκια. […]
Η σύζυγος του αυτοκράτορα της Τραπεζούντας είναι αυτή η γυναίκα. Πόσο ένδοξα το μαρτυρούν τα αδάκρυστα, περήφανα μάτια της! Αυτή που γέννησε το ακμάζον γένος, που παρέμεινε πιστή στο θρόνο, στο βωμό, είναι η αυτοκράτειρα Ελένη!
Πλησιάζει και ρίχνει το στεγνό της βλέμμα στο χωράφι με τα πτώματα, στη δολοφονημένη ευτυχία της, στους κρύους, σιωπηλούς γιους της. Τους τακτοποιεί: κεφάλι με κεφάλι – σώμα με σώμα.

Τα κοράκια κράζουν, η αγέλη των σκύλων ουρλιάζει. Η γυναίκα τα διώχνει μακριά.
Στο χλομό πρωινό φως η ευγενής γυναίκα χτυπά τώρα με την αξίνα της το σκληρό χώμα, και χτυπά και σκάβει, ώρα με την ώρα. Τη θλίψη της δεν την μαρτυρά ούτε μια σύσπαση του στόματός της.
Ανοίγει τάφο, η νέα Νιόβη, και διώχνει τα κοράκια και τα σκυλιά.
Ο ήλιος ανατέλλει, πάνω στο κεφάλι της ρίχνει τις ζεστές ακτίνες του. Εκείνη φτυαρίζει με το χέρι της το καυτό χώμα από τον τάφο.

Η αγέλη αρπάζει και σκίζει το ρούχο της, εκείνη προστατεύει τα πτώματα με το πιστό της χέρι – και δεν πίνει ούτε τρώει. Η νύχτα φτάνει, για να δροσίσει απαλά και να παρηγορήσει τη γυναίκα με μια απαλή δροσερή ανάσα.
Μάτι δεν κλείνει, μόνο το χέρι της μάχεται πιο άγρια, γιατί το σμήνος των αχόρταγων σκυλιών και κορακιών μεγαλώνει περισσότερο και ουρλιάζει ακόμα πιο τρελά.
Φτυαρίζει ξανά, πριν ξημερώσει, μέχρι να πέσει το βράδυ σκάβει, κι έχει τελειώσει το σκάψιμο του τάφου. Αφήνει τα πτώματα σε αιώνια ανάπαυση, φτυαρίζει πάνω τους το χώμα με χέρι κουρασμένο, και συνεχίζει να παλεύει με τα σκυλιά και τα κοράκια. […]
Απαλά πάνω στους νεκρούς κείτονται η γη και η νύχτα. Η Ελένη εκπλήρωσε το τελευταίο της χρέος. Τι της απέμενε να κάνει; Χαμηλώνει το κεφάλι και αφήνει την τελευταία της πνοή.
Έτσι πέθανε –με ενοχή και ατίμωση– ένας αυτοκρατορικός οίκος, μεταμορφωμένος από το λυκόφως του έρωτα.
















