Στη Λευκάδα, στις 15 Απριλίου 1939, γεννήθηκε ο Ηλίας Λογοθέτης, ένας άνθρωπος που θα έφερνε στο ελληνικό θέατρο την ακρίβεια του χειρουργού και τη μουσικότητα υψίφωνου.
Ο πατέρας του, χασάπης με δεξιοτεχνία –όπως συχνά έλεγε ο ίδιος με χιούμορ–, και η μητέρα του, ασύγκριτη υψίφωνος, δημιούργησαν ένα περιβάλλον όπου η ζωή και η τέχνη ήταν αλληλένδετες.
Στα ντουέτα με τη μητέρα του και στις μελωδίες του θείου του, Χρήστου Καλοπόδη που ήταν η μεγάλη αδυναμία του, ο νεαρός Ηλίας απέκτησε τις πρώτες γνώσεις της μουσικής, της φύσης και της ζωής.

«Είμαι Μπουρανέλος, υπάρχει διαχωρισμός υπαίθρου και πόλης. Μακρινή καταγωγή από το Μπουράνο της Ιταλίας» έλεγε για τις ρίζες του.
«Ο πατέρας μου ήταν χασάπης που τον θεωρούσα χειρουργό διότι έκοβε τα κρέατα με δεξιοτεχνία, και ακρίβεια. Η μητέρα μου ασύγκριτη υψίφωνος, έμαθα ντουέτα μαζί της. Ήταν αδελφή ενός θεϊκού θείου μου, του Χρήστου Καλοπόδη ή Καλογιάννου, που από αυτόν πήρα τα πάντα – την παιδεία, μελετώντας τα φυτά, τα τζιτζίκια, τις μελωδίες τους στο κτήμα του στην Αγία Αικατερίνη» είχε πει σε συνέντευξή στον Δημήτρη Μανιάτη στα Νέα.
Η μοίρα πάντως, υπήρξε πολύ σκληρή στην αυγή της ζωής του καθώς σε ηλικία μόλις δύο ετών, λίγο έλειψε να χάσει τη ζωή του. «Δύο χρονών με έβαλαν μέσα σε ένα φέρετρο. Έχω μια αίσθηση ότι το θυμάμαι» είχε αποκαλύψει ο Ηλίας Λογοθέτης στο «The 2night Show» και τον Γρηγόρη Αρναούτογλου, τέσσερα χρόνια πριν.
«Θυμάμαι τη λέξη που είπα, “νερό”, όπου μετά τη λέξη αυτή έγινε ένα πανήγυρι, απ’ ό,τι λένε οι αφηγητές. Με είχαν για νεκρό. Γιατί είχα περάσει μια ασθένεια, τύφο νομίζω είχα, και μέχρι που μεγάλωσα πολύ ο Ιταλός γιατρός ερχόταν και με έβλεπε, στη Λευκάδα».
Ευτυχώς όλα πήγαν καλά και ο Ηλίας Λογοθέτης μεγάλωσε ανέμελα και με όνειρα, σε ένα νησί που θα του χάριζε τις βάσεις για αυτό που έγινε αργότερα.
Ως πιτσιρίκι ήταν πειραχτήρι, ήταν… συμμορία με τους φίλους του όπως έλεγε με χιούμορ ο ίδιος, παρ’ όλο που συχνά απομονωνόταν για να διαβάσει και να αφοσιωθεί στη γνώση που τόσο πολύ είχε ανάγκη.
«Στην Αθήνα ήλθα βίαια. Με έφερε ένας φίλος για εξετάσεις στο Θέατρο Τέχνης. Εγώ είχα μανία για την όπερα. Ηθοποιός δεν ξέρω γιατί έγινα. Δεν το ανιχνεύω, αγαπώ μόνο την όπερα και τα μαθηματικά, πρώτα πήγα Πάντειο, μετά ηθοποιός, η ζωή μου όμως στη Λευκάδα με καθόρισε.
»Θυμάμαι πάντα τον Λόρκα, αυτό που έλεγε, “Στα παιδιά της πλατείας ψάχνω ακόμη την ψυχή μου σκεπασμένη με πουπουλένια κάπα και ξύλινο ξίφος”» είχε αποκαλύψει στην ίδια συνέντευξη το 2018 αναφερόμενος στο πώς τελικά αποφάσισε πως ένα μικρό νησί σαν τη Λευκάδα δεν τον χωρούσε και –ευτυχώς για εμάς, έστω και τυχαία– ήρθε στην Αθήνα.
Από τα πρώτα του χρόνια η αγάπη για τη μουσική και την όπερα συνυπήρχε με μια αναζήτηση της ανθρώπινης ψυχής που θα γινόταν αργότερα η καρδιά της υποκριτικής του. Μια τέχνη που τον κέρδισε σχεδόν αμέσως αφού πήρε υποτροφία στο Θέατρο Τέχνης, αν και όπως συχνά έλεγε σε συνεντεύξεις του, από τότε καθηλώθηκε στην… αναπηρική πολυθρόνα της υποκριτικής και δεν κατάφερε να σηκωθεί ποτέ.
Η μετακόμιση στην Αθήνα και η γέννηση ενός… υποκριτή!
Η Αθήνα τον καλούσε λοιπόν, και το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν έγινε το δεύτερο σπίτι του. Αποφοίτησε το 1967 και σύντομα συμμετείχε σε παραστάσεις με θιάσους όπως του Γιάννη Φέρτη και της Ξένιας Καλογεροπούλου, της Κάκιας Αναλυτή και του Κώστα Ρηγόπουλου, του Νίκου Ξανθόπουλου και του Θανάση Βέγγου.
Η παράσταση που σημάδεψε τη ζωή και την ψυχή του ήταν το Αμάρτημα της μητρός μου, το οποίο ανέβαζε για 13 χρόνια μαζί με τη δεύτερη σύζυγό του, Μαρία Ζαχαρή.
«Είναι ανείπωτη η ταλαιπωρία που τράβηξα στο θέατρο, βέβαια με έσωσε η εξαίσια μοναξιά μου, περιφρούρησα την ταλαιπωρία. Επίσης, σημαντικό ρόλο έπαιξε το πρόσωπο που έχω κοντά μου, που κατανόησε την ύπαρξή μου, την μάντεψε, την αποκωδικοποίησε. Όταν μιλάω για πρόσωπο, είναι ένα και μοναδικό, η γυναίκα μου, η Μαρία Ζαχαρή…» είχε παραδεχτεί στην ίδια συνέντευξη στα Νέα, εκφράζοντας με πολύ γλυκό τρόπο δημόσια την αγάπη που έτρεφε για τη σύντροφο ζωής του.
Η ζωή του στον κινηματογράφο ξεκίνησε το 1970 με την ταινία Βαβυλωνία του Γιώργου Διζικιρίκη, όπου απέσπασε το Β’ βραβείο ερμηνείας στο 11ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Το πρώτο το κέρδισε εκείνη τη χρονιά ο γόης της εποχής, Νίκος Κούρκουλος για το ρόλο του ως Αστραπόγιαννος.
Ακολούθησαν συνεργασίες με τον Θανάση Βέγγο, τον Νίκο Περάκη, τον Κώστα Βρεττάκο και τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, συνδυάζοντας λαϊκή κωμωδία και σινεμά υψηλών καλλιτεχνικών δονήσεων.

Μάλιστα με τον Αγγελόπουλο συνεργάστηκε σε τουλάχιστον δύο εμβληματικές ταινίες του δημιουργού, που άφησαν ανεξίτηλο αποτύπωμα στον ελληνικό και παγκόσμιο κινηματογράφο. Στην ταινία Τοπίο στην ομίχλη (1988), μία από τις πιο γνωστές και ποιητικές ταινίες του σκηνοθέτη, συμμετείχε σε έναν κόσμο όπου τα παιδιά αναζητούν τον πατέρα τους μέσα σε μια χώρα που μοιάζει να χάνεται στην υγρασία της Ιστορίας. Λίγα χρόνια αργότερα, στο Μετέωρο βήμα του πελαργού το 1991, συμπρωταγωνίστησε δίπλα στον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι και τη Ζαν Μορό, μορφές εμβληματικές του ευρωπαϊκού σινεμά.
Ο Λογοθέτης στάθηκε δίπλα τους ως ισότιμο κύτταρο μιας κινηματογραφικής σύνθεσης που μιλούσε για την εξορία, την ταυτότητα, την απώλεια.
Στον κόσμο του Αγγελόπουλου κάθε πρόσωπο ήταν φορέας μιας σιωπηλής τραγωδίας – και ο Λογοθέτης είχε το χάρισμα να κουβαλά αυτή τη σιωπή με εσωτερική ένταση.
Ακόμη και στην τελευταία, ανολοκλήρωτη ταινία του σκηνοθέτη, Η άλλη θάλασσα, το 2012, ο Ηλίας Λογοθέτης είχε συμπεριληφθεί στο καστ. Η ταινία έμεινε ημιτελής μετά τον αιφνίδιο θάνατο του Θόδωρου Αγγελόπουλου, σαν μια υπόσχεση που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.
Για τον Ηλία Λογοθέτη, η τέχνη δεν διαχωριζόταν σε ποιοτική και εμπορική γιατί με την ίδια ευκολία που υποδυόταν κάποιον ρόλο σε έναν καλλιτέχνη παγκόσμιου βεληνεκούς όπως ο Μαστρογιάνι, έτσι εύκολα απέδιδε αστείους ρόλους και σε μία βιντεοκασέτα, την εποχή που ήταν μόδα. «Έχω εργαστεί από βιντεοκασέτα μέχρι επιθεώρηση. Τώρα τραγουδώ όποτε μπορώ με τους Εν Καρδία, έχω πλούσια ζωή. Δεν διαχώρισα ποτέ τα είδη. Η ανάγκη προηγείται της τέχνης σύμφωνα με τον Αισχύλο. Οι βιντεοκασέτες, ας πούμε, ήταν σωτήριες: ζήσαμε χωρίς να πεινάσουμε» έλεγε.
Ο Ηλίας Λογοθέτης είχε μία τελείως διαφορετική ματιά σε όλα τα πράγματα γύρω του. Και βέβαια κυρίως σε ό,τι είχε να κάνει με την τέχνη που υπηρετούσε.
«Είμαι υποκριτής, όχι ηθοποιός. Δεν ποιώ ήθος. Το ήθος του ηθοποιού είναι οι ποιητές. Είμαι μεταφορέας. Μεταφέρω το ήθος του ποιητή» είχε πει σε συνέντευξή του στον Γιώργο Δουατζή το 2007, έχοντας φιλοσοφήσει ακόμα και την ιδιότητά του ως ηθοποιός.
Οι σπουδαίοι ρόλοι και η αναγνώριση
Στον Οθέλλο (1983) του Εθνικού Θεάτρου, στον κεντρικό ρόλο, συνεργάστηκε με κορυφαίους ηθοποιούς όπως ο Νικήτας Τσακίρογλου, η Πέμη Ζούνη και ο Κώστας Καστανάς. Η κορύφωση της αναγνώρισής του ήρθε με τον ρόλο του Σπούνερ στην παράσταση Νεκρή Ζώνη του Χάρολντ Πίντερ (1999-2001). «Για μένα είναι αυτό που ο Πίντερ με ρώτησε, “πώς μπόρεσες να το κάνεις αυτό;”. “Ως μεσογειακός έβαλα λίγο συγκίνηση”, του είπα… Ήμουν ο εισβολέας στο σπίτι. Για πρώτη φορά, παρουσιάστηκε ανάγλυφα ο εισβολέας».
Η τελευταία του τηλεοπτική εμφάνιση ήταν στην τρίτη σεζόν της σειράς «Έτερος εγώ: Νέμεσις» σε σκηνοθεσία Σωτήρη Τσαφούλια το 2020, και η σκηνή στην οποία εμφανίστηκε, πραγματικά έμεινε ως μία από τις πιο αγαπημένες στο κοινό.
Φιλοσοφία, τέχνη και ανθρωπιά
Η φιλοσοφία του για την τέχνη ήταν βαθιά και ανθρωποκεντρική: «Προσέξτε, υπάρχει ένα όριο. Η τέχνη, εάν είναι διασκέδαση, είναι χειραγώγηση των μαζών. Εάν είναι ψυχαγωγία, είναι κάτι που προχωράει» είχε δηλώσει στην «Κατιούσα» το 2017. Και συνέχισε τονίζοντας: «Πρέπει η Τέχνη και η Επιστήμη να συμφιλιωθούν, να μην διεκδικεί η καθεμία τα πρωτεία, πρέπει να έρθουν κοντά… Να κάνουμε τον άνθρωπο να σκεφτεί, να μπει στην περιοχή του πνεύματος».
Η αντίληψή του για τη ζωή ήταν λυρική και βαθιά:
«Δύο οι απόψεις για τον έρωτα, η μία άποψη είναι του αμπελιού και η άλλη άποψη είναι του κυπαρισσιού – του κυπαρισσιού θέλει μια θυσία, του αμπελιού θέλει μια συνεχή αναζωογόνηση της ελπίδας για την αιωνιότητα» είχε δηλώσει το 2020 σε συνέντευξή του στον Γρηγόρη Αρναούτογλου.
Και σχετικά με τις ανθρώπινες συμπεριφορές, όταν είχε ερωτηθεί αν έχει συναντήσει άνθρωπο στη ζωή του που να τον αντιπαθεί, είχε παραδεχτεί: «Δεν ξέρω. Δεν ασχολούμαι με αυτά τα θέματα. Αυτό που ξέρω είναι ότι σκοπός του ανθρώπου είναι να δίνει χαρά στον άλλον άνθρωπο, κι όχι θλίψη κι όχι πίκρα. Είμαστε γεννημένοι για να είμαστε χαρούμενοι».
Η τέχνη για εκείνον δεν ήταν μέσο επίδειξης, αλλά δρόμος για τον άνθρωπο και το πνεύμα: «Δεν σκέφτηκα ποτέ την επιτυχία ούτε την αποτυχία… Τολμώ να πω ότι είμαι ευτυχισμένος, όχι επιτυχημένος, μου είναι αντιπαθητική αυτή η λέξη» είχε πει.
Το τέλος, η συγκίνηση και η κληρονομιά
Ο Ηλίας Λογοθέτης υπήρξε παντρεμένος αρχικά με την ψυχοθεραπεύτρια και συγγραφέα Ευτυχία Καλλιτεράκη, με την οποία απέκτησε τον γιο του, Αλέξανδρο, που είναι και εκείνος ηθοποιός και μάλιστα επιτυχημένος. Το 1975 παντρεύτηκε τη Μαρία Ζαχαρή, με την οποία συνέδεσε τη ζωή και το θέατρο –για 13 χρόνια– μέσα από το Αμάρτημα της μητρός μου.

Απεβίωσε στις 28 Φεβρουαρίου 2024, αφήνοντας πίσω του όχι μόνο αμέτρητους ρόλους και παραστάσεις, αλλά και μια φιλοσοφία για την τέχνη, τη ζωή και τον άνθρωπο που συνεχίζει να εμπνέει.
Δύο χρόνια μετά, η μνήμη του Ηλία Λογοθέτη παραμένει ζωντανή. Η σκέψη του, η λυρικότητα της φωνής του, οι ιδέες του για την τέχνη και την ανθρώπινη ψυχή αντηχούν σε κάθε θεατρική σκηνή, σε κάθε κινηματογραφικό πλάνο, σε κάθε συζήτηση για το νόημα της δημιουργίας.

Όπως έλεγε, «Ο άνθρωπος είναι ένα σύνθετο αντιφατικό ον, το οποίο απέτυχαν όλοι να το ερμηνεύσουν…». Και μέσα από αυτά τα λόγια, ο Ηλίας Λογοθέτης παραμένει παρών, σοφός και αιώνιος, στην καρδιά της ελληνικής σκηνής και στην ψυχή όσων τον γνώρισαν, έστω και μέσα από τους ρόλους του.
Κάλλια Λαμπροπούλου
















