Τα Τάμαλα (σ.σ. Τάμαλαν ήταν η επίσημη ονομασία) ήταν ένα καθαρά ελληνικό χωριό χωρίς καμμιά τουρκική οικογένεια. Υπαγότανε στην επαρχία των Κοτυώρων (Ορντούς) του νομού Τραπεζούντας. Είχε ένα διτάξιο σχολείο στο οποίο φοιτούσανε γύρω στους 200 μαθητές, με δασκάλους τούς Υφαντίδην Ιωάννην, Τριανταφυλλίδην Θεόδωρο και έναν ακόμη του οποίου το όνομα δεν θυμάμαι.
Είχε μια εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου και ένα παρεκκλήσι επίσης του Αγίου Κωνσταντίνου. Οι παπάδες δε που λειτουργούσανε σ’ αυτά ήτανε δύο, ο παπαΠαύλος και ο παπαΤριαντάφυλλος.
Από το χωριό αναδείχτηκαν 30 μορφωμένοι άνδρες περίπου, από τους οποίους οι αξιολογότεροι ήταν ο Ζηγκιρίδης Νικόλαος και ο Ευθυμιάδης Ευστάθιος.
Προύχοντες του χωριού ήταν οι Χαλκίδης Θεόδωρος, Χαλκίδης Λάζαρος, Υφαντίδης Γεώργιος, Υφαντίδης Ιορδάνης και Ευθυμιάδης Θωμάς.
Οι μουσικοί δε του χωριού ήταν ο Χάιτας ο Πουλής που έπαιζε «κεμανί», ο Ανέστης Χατζηπαύλος που έπαιζε και εκείνος «κεμανί», ενώ εγώ είμουνα τραγουδιστής.
Οι συνηθισμένοι σκοποί που παίζανε και χορεύαμε ήταν η «Τρυγόνα», τ’ ομάλ’, το τίκ’, το κότσαρι κ.ά.
Το χωριό είχε δυο μαγαζιά που πουλούσανε κυρίως υφάσματα, το υφασματοπωλείο του Νικόλα Ζηγκιρίδη και το υφασματοπωλείο του Χαράλαμπου Χαραλαμπίδη. Εκτός από αυτά υπήρχαν και δύο καφενεία. Οι κυριότεροι μαχαλάδες του χωριού ήταν τρεις: ο μαχαλάς του «Γιατάοπα», του «Κουρουαγάτσ’» και ο «Τσουφάν το μαχαλά». Υπήρχαν πολλές βρύσες από τις οποίες η μεγαλύτερη ήταν του «Κουκουλίτσ’».
Οι κάτοικοι του χωριού ζούσαν από τη γεωργία και από την κτηνοτροφία. Οι καλλιεργήσιμες δε ιδιοχτησίες των οικογενειών κυμαινόταν από 50 έως 100 στρέμματα και όλες οι αγροτικές δουλειές γινότανε με τα βόδια και με τα μέσα της εποχής. Εκτός από τα χωράφια, κάθε οικογένεια είχε κατά μέσο όρο είκοσι περίπου μεγάλα ζώα (αγελάδες, βουβάλια κλπ.) και γιδοπρόβατα. Για τα ζώα αυτά το χωριό είχε αρκετές βοσκές που η συνολική τους έκτασή τους έφτανε τα 30.000 στρέμματα περίπου και οι οποίες βρισκότανε στις τοποθεσίες: «Λούβατ», «Γουζουλότ», «Γιάνογλον» και «Παλιοχώρ’».
Υπήρχαν ακόμη και ένα μικρό ποταμάκι που το λέγανε «Πούρτσατιρι», καθώς κι ένα μεγάλο δάσος στην τοποθεσία «Γαρά βατσούχ» που είχε έκταση 10.000 στρέμματα περίπου. Αρκετοί κάτοικοι του χωριού, παρόλο που ζούσανε καλά, μετανάστευαν στο «Ντιαρμπεκίρ» για εξεύρεση καλύτερης τύχης.
Στο χωριό μας, στις διάφορες γιορτές και πανηγύρια, εκτός από τους χορούς και τα τραγούδια, γινότανε και επίδειξη πάλης. Θυμάμαι μάλιστα ότι σε μια τέτοια πάλη, οι δύο αντίπαλοι παλαιστές αλληλοσφάχτηκαν.
Για την ιστορία του χωριού υπήρχε η παράδοση ότι ιδρύθηκε στο 900 μ.Χ. από μετανάστες που είχαν έρθει από το Κιουμούς Ματενί.
Τα πλησιέστερα χωριά προς τα Τάμαλα ήταν το «Γεμιστιέν», το «Αντούζ» και τα δύο αμιγή ελληνικά, και η πόλη Κόλκεγή.
Για ένα μακρό χρονικό διάστημα το χωριό μας δεν έπαθε καταστροφές γιατί το φρουρούσαμε εμείς οι κάτοικοι, αλλά στην περίοδο των εξοριών δοκίμασε κι αυτό μεγάλες καταστροφές, όπως και τα υπόλοιπα ποντιακά χωριά.
Στην Ελλάδα ήρθαμε με την ανταλλαγή, στην αρχή στον Πειραιά, μετά στο Βόλο και στη Θεσσαλονίκη και τελικά στο Δίλοφο Σερρών. Είχαμε φέρει αρκετά κειμήλια μαζί μας, τα οποία παραδώσαμε στην εκκλησία του χωριού, κρατώντας για μας μόνο διάφορα χαλκόματα κι άλλα σκεύη για την οικιακή μας χρήση.
Πέτρος Ευθυμιάδης
















